«Το καθαυτό νόημα του Lebensraum συμπυκνώνεται σε τούτο: οι αληθινοί δολοφόνοι είναι – και θα είναι για πάντοτε – οι θεατές», σημειώνει ο συγγραφέας.
Το έργο εκκινεί από την ναζιστική, επεκτατική θεωρία του Ζωτικού Χώρου και τη μεταγράφει εφιαλτικά στο σήμερα.
Τα όρια ανάμεσα στους ηθοποιούς και το κοινό καταργούνται. Ποιος θέτει το όριο ανάμεσα στην αθωότητα και την ενοχή και ποιος είναι σε θέση ν’ ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από το ψέμα;
Πόσο αμέτοχο είναι το κοινό;
Πόσο πρόθυμοι είναι οι άνθρωποι να ακολουθήσουν εντολές, γνωρίζοντας ότι θα βλάψουν άλλους;
Σ’ αυτά και σ’ άλλα πολλά ερωτήματα απαντούν οι δύο πρωταγωνίστριες της παράστασης, η Δέσποινα Αποστολίδου και η Κατερίνα Σταθοπούλου.
● «Lebensraum» για τρίτη χρονιά στο Faust, γιατί πιστεύετε ότι αγαπήθηκε η παράσταση;
Δέσποινα Αποστολίδου: Το Lebensraum είναι μια παράσταση που αγαπάμε πολύ και έχουμε την τύχη να ταξιδεύουμε μαζί της για τρίτη σεζόν. Είναι ένα επίκαιρο έργο που μας αφορά όλους. Πιστεύω ότι αυτό γίνεται αφορμή να ταυτίζεται ο θεατής και ως ένα βαθμό να μετακινείται.
Κατερίνα Σταθοπούλου: Το κοινό έχει ανάγκη την τέχνη, να το κάνει ν’ αμφιβάλλει, να επανεξετάζει, να συγχωρεί, να δρα. Ανέκαθεν, πόσο μάλλον σήμερα, το θέατρο χρειάζεται για να τραβάει το πέπλο που υπάρχει ανάμεσα στο πρόσωπο μας και στον καθρέφτη. Στην επικίνδυνη περίοδο της ιστορίας που διανύουμε, τo Lebensraum αποτελεί μια καταγγελία. Ως εκ τούτου, ο κόσμος αναγνώρισε το πόσο τραγικά επίκαιρο είναι το «πείραμα» αυτό, και συνεχίζει να το αναζητά.
● Πείτε μας δύο λόγια για τον ρόλο σας στην παράσταση;
Δ.Α.: Στο έργο παρακολουθούμε ένα πείραμα που διεξάγεται επί σκηνής μεταξύ δύο γυναικών. Της «χειρίστριας» και της «αποδέκτριας» του πειράματος. Εγώ υποδύομαι την «αποδέκτρια», μια γυναίκα που συμμετέχει στο πείραμα με τη θέλησή της, έναντι χρηματικής αμοιβής, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ακριβώς περί τίνος πρόκειται.
Κ.Σ.: Ερμηνεύω τη «χειρίστρια» του πειράματος. Με κάθε αστική ευγένεια προς την αποδέκτρια, εκτελώ ευλαβικά τις οδηγίες που μου έχουν τεθεί και δίνω την ευκαιρία, είτε να συνεχίσει στο επόμενο στάδιο, είτε να αποχωρήσει, εξηγώντας κάθε φορά τις αντίστοιχες συνέπειες. Αυτός ο ρόλος ενσαρκώνει τα παιδικά όνειρα της ανθρωπότητας, τα ορφανά, τα συμβιβασμένα, στων οποίων το χαμόγελο αχνοφαίνονται κυνόδοντες αιμοσταγείς, σε απόλυτη ετοιμότητα.
● «Το καθαυτό νόημα του Lebensraum συμπυκνώνεται σε τούτο: οι αληθινοί δολοφόνοι είναι – και θα είναι για πάντοτε – οι θεατές», σημειώνει ο συγγραφέας. Πώς βιώνει το κοινό αυτή του την ευθύνη;
Δ.Α.: Αυτό το ερώτημα, αναφορικά με την ευθύνη που έχει το κοινό, είναι και ο βασικός άξονας του έργου. Όσο παραμένουμε θεατές στο τέρας δίπλα μας, στο έγκλημα, γινόμαστε μέρος του. Του οπλίζουμε το χέρι. Το θέμα είναι κατά πόσο εμείς, ως θεατές, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της ευθύνης που έχουμε. Αν επιλέγουμε να αντιδράσουμε, να αναλάβουμε την ευθύνη που φέρει μια απόφαση ή όχι.
Κ.Σ.: Οι θεατές προσκαλούνται να μετάσχουν σε μια τελετή, να γίνουν μύστες της θεατρικής πράξης που διαδραματίζεται ενώπιον τους. Το κοινό ερωτάται και εάν το θελήσει, μπορεί να αντιδράσει αναλόγως, ή έστω μπορεί να σκεφτεί… γιατί δεν αντέδρασε. Τίθενται τόσα καίρια ερωτήματα στον θεατή, αλλά και στον ηθοποιό, αναφορικά με την έννοια και τα όρια της ευθύνης μας, για κάθε πράξη ή παράλειψή μας. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη σκληρή παραδοχή ότι δε γνωρίζουμε τόσο καλά αυτόν που αντικρίζουμε στον καθρέφτη. Αυτό επιφέρει μια δημιουργική σιωπή και περίσκεψη. Το κοινό μας φεύγει πλήρες, με υλικό προς περαιτέρω νοητική επεξεργασία και έρευνα.
● Πείτε μας μια φράση του έργου που σας συγκινεί ιδιαίτερα.
Δ.Α.: […] Είναι για την ανθρωπότητα. Και για την καλοσύνη… Για την ανθρωπότητα που γυρεύει να αγγιχτεί με την καλοσύνη […]
Κ.Σ.: «…το παιδί έμεινε με τους απαγωγείς…Μεγάλωσε μαζί τους…Γέρασε μαζί τους»
● Ο Θανάσης Τριαρίδης είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς πολιτικών έργων στη χώρα μας. Γιατί πιστεύετε ότι αυτό το είδος δεν έχει μεγάλη παραγωγή;
Δ.Α.: Πιστεύω ότι είναι μια δύσκολη θεματολογία, πολυεπίπεδη, που χρειάζεται συνεχή και βαθιά μελέτη. Ο Θανάσης Τριαρίδης είναι ένας συγγραφέας που έχει δουλέψει πολύ πάνω στο κομμάτι αυτό και τη μελέτη του την μετουσιώνει στα θεατρικά του κείμενα και όχι μόνο.
Κ.Σ.: Ακριβώς όπως προείπε η Δέσποινα, το πολιτικό έργο είναι δύσκολο, απαιτεί μελέτη, αλλά και συνεχές ενδιαφέρον για την υπογράμμιση και καταγγελία των κακώς κειμένων της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Δε νιώθουν όλοι οι συγγραφείς την ανάγκη να μιλήσουν γι’ αυτά, ενδεχομένως και να πάρουν το ρίσκο να συγκρουστούν γι’ αυτά. Η ζωή και το έργο του Θανάση Τριαρίδη όμως είναι συνυφασμένα με τον συνεχή αγώνα και την αναγκαία σύγκρουση. Στη συγκεκριμένη παράσταση, ο συγγραφέας κρούει τον κώδωνα, κι εμείς πολλαπλασιάζουμε τον ήχο.
● Είναι συγκεκριμένη η μερίδα του κοινού που ενδιαφέρεται για το πολιτικό θέατρο;
Δ.Α.: Κρίνοντας από την ανταπόκριση του κοινού στις παραστάσεις με πολιτική θεματολογία, θεωρώ πως όχι. Εφόσον μια μεγάλη μερίδα κοινού επιλέγει να παρακολουθήσει τέτοιες παραστάσεις, σημαίνει ότι είναι κάτι που τους αφορά, ότι υπάρχει κάτι μέσα τους που τους παρακινεί.
Κ.Σ.: Όχι. Το θέατρο και δη το πολιτικό, αφορά όλη την κοινωνία. Αν εμείς από μόνοι μας θεωρούμε ότι θα προσελκύσουμε συγκεκριμένο κοινό, ξεκινάμε λάθος. Ούτε ο θεατής πρέπει να τρομάζει με κατηγοριοποιήσεις, ούτε εμείς να αποκλείουμε μερίδα της κοινωνίας. Συγκεκριμένα, η παράστασή μας αφορά κάθε άνθρωπο, σχεδόν κάθε ηλικίας και σίγουρα κάθε κοινωνικής θέσης. Η ευθύνη της επιλογής είναι προνόμιο όλων. Καθένας μας μπορεί να δράσει ή να απέχει, σε ό,τι διαδραματίζεται ενώπιόν του. Κατ’ αναλογία, μπορεί να επιλέγει θεάματα μόνο για διασκέδαση ή και θεάματα τα οποία θα του χαρίσουν μια – κατά τον Μπέρντολντ Μπρεχτ – «ευλογημένη» αμφιβολία.
● Πώς είναι να είναι κανείς καλλιτέχνης στην Ελλάδα του 2024;
Δ.Α.: Λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο ζήτημα του βιοπορισμού, είναι αρκετά δύσκολο. Παρόλα αυτά, βλέπουμε μια άνθηση στον τομέα των τεχνών. Όλο και περισσότεροι καλλιτέχνες, σε πείσμα των καιρών και των δυσκολιών, βρίσκουν τον χώρο και τον τρόπο να παρουσιάσουν την δουλειά τους.
Κ.Σ.: Μοιάζει με τη μπάντα του Τιτανικού, όπου συνέχισε να παίζει μουσική, ενώ το πλοίο βυθιζόταν. Όμως η νεότερη γενιά καλλιτεχνών, με την αλληλεγγύη και την ομαδικότητα, θα καταφέρει ν’ αναδυθεί.
● Τι σας κάνει να χαμογελάτε και τι σας θυμώνει στην καθημερινότητά σας;
Δ.Α.: Απλά πράγματα με κάνουν να χαμογελώ, για παράδειγμα ένας ωραίος πρωινός ήλιος. Μου δίνουν την απαραίτητη ενέργεια να προχωρήσω την ημέρα με καλή διάθεσή. Με θυμώνει, όμως, μια παραπάνω αγένεια και ένας εκνευρισμός που παρατηρώ τον τελευταίο καιρό στους ανθρώπους.
Κ.Σ.: Χαμογελώ όταν βλέπω ανθρώπους να φιλιούνται, όταν διασταυρώνεται το βλέμμα μου μ’ ένα ζωάκι, όταν μια ωραία μελωδία πλημμυρίζει τ’ αυτιά μου, δημιουργημένη από μουσικό του δρόμου… Με θυμώνει η αδιαφορία, η αναλγησία, το τεράστιο εγώ, η εκμετάλλευση.
● Τι ονειρεύεστε για τη νέα χρονιά;
Δ.Α.: Ωραίες εμπειρίες στη ζωή μου. Ελπίζω να μου τις φέρει.
Κ.Σ.: Ζεστές καρδιές και γεμάτες αγκαλιές. Ανθρωπιά διάχυτη σε τούτο τον πλανήτη.
————
Κρατήσεις θέσεων και περισσότερες πληροφορίες εδώ
