Το «Κάποιος να με προσέχει», του Φρανκ ΜακΓκίνες, η παράσταση που σκηνοθετεί και παρουσιάζεται φέτος για δεύτερη χρονιά, είναι από τις πλέον πολυσυζητημένες και αγαπημένες. Το θέμα ανατριχιαστικά επίκαιρο, το καστ υποδειγματικά «δεμένο» και το θέατρο πάντα γεμάτο. Με αφορμή την παράσταση, μιλάμε μαζί της για το θέατρο, τους ανθρώπους και τα… καλλιτεχνικά απωθημένα.
● «Κάποιος να με προσέχει», μια υπέροχη παράσταση που σάρωσε πέρσι τα θεατρικά βραβεία. Τρεις εξαιρετικοί ηθοποιοί. Μια ομάδα μοναδικών συντελεστών. Και φέτος, η ίδια ιστορία, με άλλο όμως καστ (με εξαίρεση τον Αντίνοο Αλμπάνη) που και πάλι έγινε αγαπημένη των θεατών, συγκινεί και γεμίζει το θέατρο. Πως καταφέρνεις τέτοια μαγεία? Πως «δένεις» ηθοποιούς και συντελεστές και κάθε φορά οι δουλειές σου ξεχωρίζουν θεαματικά?
Αν έμαθα κάτι από το Θέατρο Τέχνης, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα θεατρικά είναι πως «ενωμένοι κάνουμε μαγεία». Η ενότητα είναι ο απώτερος σκοπός μου. Ένας θίασος είναι σα μια οικογένεια. Άνθρωποι με κοινούς κώδικες, κοινές χαρές και λύπες, με τσακωμούς, διαφωνίες, αλλά πάντα όμορφοι και καλοντυμένοι όταν υποδέχονται κόσμο. Και αν είναι ριζικά διαφορετικοί, δεν πειράζει: Σκορπίζονται στα διάφορα δωμάτια του σπιτιού την ώρα της γιορτής, με διαφορετικά καθήκοντα ο καθένας, αλλά στο τέλος της βραδιάς, όλοι μαζί αποτιμούν το πάρτι. Και ο περυσινός θίασος, αλλά και ο φετινός, είμαστε συντονισμένοι σε έναν κοινό στόχο: Να τιμήσουμε τους αληθινούς ήρωες της τρομερής αυτής ιστορίας ομηρίας (τους Anderson, Keenan, McCarthy), να μιλήσουμε τη σκέψη τους, να δώσουμε λύση στον θεατή για την απόγνωση, την εγκατάλειψη, τον φόβο. Δεν θέλω να κάνω θέατρο με «ξένους». Μόνο με «συγγενείς».
● Το θέμα είναι ανατριχιαστικά επίκαιρο. Με τα γεγονότα στη Γάζα, το «Κάποιος να με προσέχει» μπορεί άνετα να είναι μια σημερινή ιστορία. Όπως μπορεί να είναι μια ιστορία που έχει γίνει μια δεκαετία πριν, δυο, τρεις, έναν αιώνα πριν, δύο ή και περισσότερους. Διαχρονικά, οι άνθρωποι είναι φορείς των μεγαλύτερων καλών, αλλά και των χειρότερων δεινών. Και το θέατρο φέρνει ξεκάθαρα στο φως αυτές τις πτυχές. Εσύ, πόσο εμπιστοσύνη έχεις στον άνθρωπο;
Το έργο είναι επίκαιρο τρομαχτικά όχι μόνο για τον προφανή λόγο (μια απαγωγή Δυτικών πολιτών από μια μουσουλμανική τρομοκρατική οργάνωση που αποκαλύπτει τη θρησκεία ως πολιτικό -ενίοτε και φονικό- όπλο), αλλά και για τη συνθήκη τριών άδικα εγκλωβισμένων ανθρώπων που δεν ξέρουν αν θα ξανα-αγκαλιάσουν τους δικούς τους, αν θα ξαναζήσουν μικρές χαρές της ζωής, αν θα ζήσουν ή θα πεθάνουν. Θυμίζει κάτι αυτό; Η πανδημία μάς έκλεισε μέσα, με τον θάνατο να παραμονεύει έξω κι όμως, μόλις «ελευθερωθήκαμε», όρμησαν οι λαοί σε πόλεμο κυριολεκτικό, οικονομικό, συναισθηματικό. Η βία πλέον «ανθίζει» και οι άνθρωποι τιμούν μόνο τον βωμό του εαυτού τους. Οι εικόνες των άδικων πολέμων και των αθώων θυμάτων καθημερινά κουβαλούν μια διπλή φρίκη: Εκείνη του αποτρόπαιου εγκλήματος κι εκείνη της συνήθειάς μας σε αυτές. Στέρεψαν τα δάκρυα μας μπροστά στην εικόνα δολοφονημένων παιδιών κι αυτό με τρομοκρατεί. Υπήρξα άνθρωπος που εμπιστευόταν τυφλά τους ανθρώπους, όμως τον τελευταίο καιρό με δυο αφορμές «προδοσίας», έχασα την πίστη μου κι έγινα καχύποπτη με όλους. Το έργο μας, με βοήθησε να ξεχωρίζω την «ήρα από το στάρι», μου έμαθε πως, ναι, «ο Παράδεισος είναι ο άλλος». Πέρα απ’ αυτό, ο Αντίνοος Αλμπάνης διεκδίκησε και κατέκτησε την πίστη μου και μου έδειξε πώς ο άλλος (συνεργάτης, συνοδοιπόρος, φίλος) μπορεί να ενσαρκώνει πλήρως την ελπίδα ξανά στους ανθρώπους.
● Δεν επιλέγεις -σχεδόν ποτέ- στις παραστάσεις σου «χολιγουντιανά» σκηνικά. Δουλεύεις περισσότερο με τους ηθοποιούς, το συναίσθημα, τη μουσική, τον φωτισμό, και ακολουθείς υποδειγματική σκηνική οικονομία. Αυτό είναι εμφανές και στο «κάποιος να με προσέχει». Πως «χτίζεται» στο μυαλό σου μια παράσταση, προτού τη δούμε εμείς στη σκηνή? Από όσο σε ξέρω, έχω την αίσθηση πως διαβάζοντας ένα κείμενο, έχεις ήδη «δει» την παράσταση, να περνάει σαν ταινία μπροστά στα μάτια σου.
Να σου πω ένα μυστικό: Είναι πάρα πολύ εύκολο να κάνεις «εντυπωσιασμούς». Με τους κατάλληλους συνεργάτες μπορείς να κάνεις σκηνικά, σκηνογραφικά και φωτιστικά εφέ, να κινήσεις ηθοποιούς – ζογκλέρ και να φτιάξεις παραμυθένιες εικόνες. Και ναι, σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις το έκανα γιατί ταίριαζε. Εσύ, όμως, που μου κάνεις αυτή τη συνέντευξη, υπήρξες μάρτυρας και πολύτιμη συνεργάτιδα στο απλό, συμβολικό και «εκκλησιαστικό» κατά κάποιο τρόπο χτίσιμο μιας παράστασης: Το De Profundis του Όσκαρ Ουάιλντ που φτιάξαμε μαζί, αρχικά στο Μουσείο Τυπογραφίας στα Χανιά, είχε σα μόνο σκηνικό ένα στασίδι: Ήταν θρόνος, εδώλιο κατηγορουμένου και φυσικά στασίδι εκκλησίας. Την ημέρα που το ζήτησα για να έρθει στην Αθήνα, το είχατε ήδη βρει στην Κρήτη και λίγες μέρες μετά, το παρέλαβα με τον πρωταγωνιστή Νίκο Νίκα με το πρωινό πλοίο. Αυτό είναι διαδικασία θεάτρου για μένα! Θέλω να θυμίζει «ζωή» η παράστασή μου, δίνω όλη μου τη σκέψη στον ηθοποιό και στα μέσα του, περιορίζομαι στα απλά σκηνικά σύμβολα. Δε χρειάζεται να δείξεις τους βρώμικους τοίχους του κελιού π.χ. – ένα φθαρμένο, αραβικό πάτωμα δια χειρός Μαίρης Τσαγκάρη είναι κάτι παραπάνω από όριο φυλακής για τους τρεις ομήρους: Είναι μια σχεδία στον ωκεανό της λύπης. Δε χρειάζεται μια πόρτα κελιού για να δείξεις την είσοδο των φρουρών τους, αρκεί ένα αιχμηρό φως δια χειρός Λευτέρη Παυλόπουλου για να φανεί το άνοιγμα της πύλης του φόβου. Ο θεατής καταλαβαίνει. Ο θεατής φαντάζεται. Οδηγός μου στο χτίσιμο της ψυχικής τους εκτέλεσης είναι το κείμενο που το υπηρετώ πιστά, κατά γράμμα και κατά πνεύμα. Αν ήθελα άλλο έργο, θα έπαιρνα άλλο έργο, δεν θα του «άλλαζα τα φώτα». Και η μουσική: Ακούω μουσική και ονειρεύομαι εικόνες. Και σιγά- σιγά, απλώς κάνω τα «κοντινά» μου στην αλήθεια των ηρώων- ηθοποιών. Και πίστεψέ με, είναι πάρα πολύ πιο δύσκολο αυτό.
● «Ήταν ένας Ιρλανδός, ένας Αμερικάνος και ένας Άγγλος». Οι ισορροπίες μεταξύ των πρωταγωνιστών είναι αριστοτεχνικές. Η καταπίεση, η τρέλα, η συμπόνια, η απώλεια, ο φόβος, η απελπισία, το όνειρο, η ελπίδα, όλα όσα «φτιάχνουν» τον άνθρωπο, όλα όσα εμπεριέχει ο άνθρωπος περνούν μπροστά στα μάτια των θεατών. Πως πετυχαίνεις αυτή τη συνθήκη; Να έχεις δηλαδή μια «σφιχτοδεμένη» ομάδα που λειτουργεί τόσο καλοκουρδισμένα;
Μελετώ τους ήρωες και μετά μελετώ τους ηθοποιούς μου. Κι ύστερα βρίσκω τα κοινά τους σημεία: Βιώματα, κοινούς πόνους, κοινές απώλειες, κοινούς φόβους. Για παράδειγμα, ο Αλμπάνης έχει μια τέτοια εξωφρενική σχέση με το σαρκαστικό χιούμορ που γίνεται το βασικό όπλο του ρόλου του Έντουαρντ σε κάθε άγρια στιγμή. Είναι αεικίνητος, είναι προστατευτικός, είναι αποφασισμένος να ζήσει: Κι έτσι ταυτίζεται πλήρως με τον Ιρλανδό που υποδύεται. Τον Σκάντζικα τον συνάντησα σε μια στιγμή που πατούσε το κουμπί της νέας εκκίνησης. Έτσι ακριβώς κι ο ρόλος του Άγγλου: Αρχικά ευαίσθητος και «κύριος», αποκαλύπτεται πιο δυνατός κι απ’ τους δυνατούς. Υπάρχουν φράσεις, που νομίζεις πως μιλά ο ίδιος για όσα πέρασε. Ο Παπαγεωργίου παλεύει με τη σχέση που συνδέει την πίστη και τον φανατισμό των άλλων. Ακριβώς σαν τον Αμερικανό, πράος και ήρεμος άνθρωπος φαινομενικά, προσπαθεί να κατανοήσει την τρέλα των εχθρών του, να περάσει μέσα από την τρέλα ο ίδιος και να κατακτήσει την ηρεμία ξανά. Στο να γίνουν «ένα» τους βοήθησε η κοινή μας καταγωγή από τη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Κι εμένα με βοήθησε η γνωριμία μου με τους τρεις αυτούς υπέροχους ηθοποιούς ώστε τα λόγια, το χιούμορ, οι αυτοσχεδιασμοί του Μακ Γκίνες να γίνουν δικά τους. Και οι αγκαλιές ή τα βλέμματα να είναι από τον Αντίνοο στον Σωτήρη και τον Δημήτρη, πέρα από ρόλους.
● Μετά την Αθήνα, η παράσταση θα πάει Θεσσαλονίκη, και μετά περιοδεία στην Ελλάδα. Θα συνεχίσετε και του χρόνου;
Αθήνα, Θεσσαλονίκη και μετά σε όλη την Ελλάδα. Νομίζω έτσι πρέπει να κλείσει το «Κάποιος να με προσέχει» και μια αληθινή ιστορία αγάπης τριών ανδρών που με εξτρεμιστικό χιούμορ, με φαντασία, με δύναμη, με άσβεστη ελπίδα, στήριξαν, πίστεψαν και έσωσαν ο ένας τον άλλο. Γιατί στον πόλεμο των ανθρώπων, το μόνο μας όπλο, η μόνη μας ασπίδα είναι ο άλλος άνθρωπος.
● Όλοι έχουμε απωθημένα. Ποιο είναι το δικό σου; Καλλιτεχνικά εννοώ. Μια παράσταση που θα ήθελες τρελά να κάνεις; Μια συνεργασία;
Ναι. Έχω. Δεν προδίδω το έργο – είναι μια διασκευή μου σε ένα συγκλονιστικό λογοτεχνικό έργο – αλλά στο μυαλό μου είναι ανεβασμένο σ’ ένα μεγάλο θέατρο, σαν την Κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με πολλά και εντυπωσιακά σκηνικά, με ηθοποιούς αγαπημένους μου μαθητές μέσα στα χρόνια – τωρινούς πρωταγωνιστές -, με εφέ και ζωντανή μουσική, χορευτές και με έναν πολυπληθή θίασο. Τι; Σου ανατρέπω την απάντηση που έδωσα παραπάνω; Α, να σου θυμίσω: Είμαι Δίδυμος στο ζώδιο. Παρ’ ολίγον Καρκίνος. Με ωροσκόπο Λέοντα.
● Επόμενο βήμα; Έχεις κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σου;
Το επόμενο βήμα ίσως να είναι ένα πρόσφατο υπέροχο Αγγλοσαξωνικό έργο που έχω μεταφράσει και θα παίζει ο αγαπημένος μου πρωταγωνιστής, μεταξύ άλλων. Δεν μπορώ να πω περισσότερα. Νομίζω πως θα είσαι η πρώτη που θα το μάθει. Δεσμεύομαι.
? Info
«Κάποιος να με προσέχει»
(2η χρονιά)
Θέατρο Βεάκη – Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9 μ.μ.
Μετάφραση/Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Ερμηνεία: Αντίνοος Αλμπάνης, Σωτήρης Σκάντζικας, Δημήτρης Παπαγεωργίου
Σκηνικά/Κοστούμια: Μαίρη Τσαγκάρη
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός Σκηνογράφου: Κωνσταντίνα Παπαθανασίου
Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης
Παραγωγή: Θέατρο «Αυλαία» – Θεσσαλονίκη
