H αυτοβιογραφική λογοτεχνική γραφή, που συνδέεται συχνά με τον όρο «αυτομυθοπλασία» (autofiction), γνωρίζει ομολογουμένως τις τελευταίες δεκαετίες μια αξιοσημείωτη άνθηση και λαμβάνει όχι μόνο δημοσιογραφική προβολή, αλλά και θεσμική αναγνώριση (με αποκορύφωμα την απονομή του βραβείου Νόμπελ στην Ανί Ερνό), χωρίς ασφαλώς να αποτελεί ένα καινούργιο φαινόμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας.
Η αμφίσημη σχέση της αυτομυθοπλασίας με την αλήθεια αποτελεί πιθανόν έναν από τους λόγους για τη δημοφιλία του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους σε συγγραφείς και αναγνωστικό κοινό: από τη μια, η δύναμη της μαρτυρίας, η οποία συχνά –όταν η αυτομυθοπλασία καλλιεργείται από μειονοτικά ή/και μη προνομιούχα υποκείμενα (γυναίκες, κουίρ άτομα, μετανάστες κ.λπ.– αποκτά πολιτικό πρόσημο. Από την άλλη, η συγκρότηση μιας –έστω μη γραμμικής– αφήγησης, που ανασυγκροτεί και φωτίζει εκ των υστέρων αλλιώς τα βιωμένα γεγονότα, η επανεπινόηση του εαυτού μέσω της γραφής.
Τα βιβλία Αλλαγή: Μέθοδος του Εντουάρ Λουί και Στο σπίτι των ονείρων της Κάρμεν Μαρία Ματσάδο, που κυκλοφόρησαν και τα δύο από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε άρτιες μεταφράσεις της Στέλας Ζουμπουλάκη και των Αγγελου Αγγελίδη/Μαρίας Αγγελίδου, αντίστοιχα, αποτελούν δύο σύγχρονες προτάσεις αυτομυθοπλασίας (παρότι ο Λουί αποποιείται για τον εαυτό του αυτή την κατηγοριοποίηση, προκρίνοντας τους όρους «αυτοβιογραφία» και «αυτοκοινωνιολογία») και πραγματώνουν, το καθένα με τον δικό του τρόπο, πολλά από τα ζητούμενα και τις δυνατότητες του είδους.
Στο Αλλαγή: Μέθοδος ο Λουί πιάνει το νήμα από το πρώτο του βιβλίο, Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπρεγκέλ, και διηγείται την προσωπική του ιστορία μεταμόρφωσης, με αφετηρία τη φυγή του από το γαλλικό χωριό στο οποίο μεγάλωσε και με κατάληξη την ενασχόλησή του με τη συγγραφή και τη διεθνή αναγνώριση. Μεθοδικά, συστηματικά, ακαταπόνητα εργάζεται ο Λουί πάνω στη μεταμόρφωσή του: «Οταν ξαναγύρισα στο διαμέρισμα, πήρα ένα φύλλο χαρτί και σημείωσα το πρόγραμμα της μελλοντικής ζωής μου: Να αλλάξω επώνυμο (δικαστικά;), Να αλλάξω πρόσωπο, Να αλλάξω δέρμα (τατουάζ;), Να διαβάσω (να γίνω κάποιος άλλος, να γράψω;), Να αλλάξω το σώμα μου, Να αλλάξω τις συνήθειές μου, Να αλλάξω τη ζωή μου (να γίνω κάποιος)».
Η επιθυμητή μεταμόρφωση, μια «σταθερή εμμονή» κατά τον Λουί, παίρνει τη μορφή της εκδίκησης απέναντι στο παρελθόν και στην πράξη εκφράζεται ως αίτημα κοινωνικής ανόδου, η οποία φαντάζει ως η μόνη δυνατότητα απελευθέρωσης από το κράμα φτώχειας, ομοφοβίας και συστηματικής βίας που σφράγισαν τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του συγγραφέα.
Μέσα σε αυτή τη μεταμορφωτική διαδικασία το γράψιμο δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέσο επίτευξης του σκοπού, όπως αντιρομαντικά παραδέχεται ο Λουί: «Πιστεύω πως ήθελα να αλλάξω για να απελευθερωθώ και πως θα έβρισκα οποιαδήποτε διέξοδο για να φύγω. Απλώς αυτή εδώ η διέξοδος –η συγγραφή, τα βιβλία– ήταν η μόνη που μου προσφέρθηκε […]».
Αυτό που προσδίδει στην αφήγηση του Λουί το βάθος της και την προφυλάσσει από το να γίνει απλώς η γραμμική αφήγηση ενός success story, είναι κυρίως η ειλικρίνειά της (που δεν συγκαλύπτει λ.χ. την ντροπή, την αμηχανία, την αδεξιότητα, την αφέλεια, τις ενδιάμεσες απογοητεύσεις και ήττες, αλλά αντιθέτως τις φέρνει στο φως), το ενδιαφέρον της για το κοινωνικό πλαίσιο και ο στοχασμός της γύρω από τις ταξικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, καθώς και το άνοιγμά της προς τους άλλους, η σχεσιακή της χειρονομία.
Μια πιο ανοιχτή, πειραματική δομή σε σχέση με το βιβλίο του Λουί διαθέτει το βιβλίο Στο σπίτι των ονείρων της Κάρμεν Μαρία Ματσάδο, το οποίο συστήνεται ως «απομνημονεύματα» και στο οποίο η συγγραφέας διηγείται την κακοποίηση που υπέστη από την πρώην σύντροφό της, με στόχο να φωτίσει ένα θέμα που αποτελεί ταμπού, την ψυχολογική και σωματική βία εντός των κουίρ ζευγαριών – γνωρίζοντας καλά ότι αυτή η ολοκληρωμένη, μη ιδεαλιστική αναπαράσταση των ζωών των κουίρ ατόμων λειτουργεί εις βάρος τους μέσα στην ισχύουσα κοινωνική πραγματικότητα: «[…] κι αν το μάθαινε η οικογένειά σου μάλλον θα σκέφτονταν πως αυτό επιβεβαίωνε όλες τις ιδέες τους για τις λεσβίες, κι εύχεσαι να ήταν άντρας η κοπέλα σου, μακάρι να ’ταν άντρας, έτσι τουλάχιστον θα επιβεβαίωνε τις ιδέες του κόσμου για τους άντρες».
Ο τρόπος που επιλέγει να προσεγγίσει η Ματσάδο το θέμα της είναι άκρως πρωτότυπος, καθώς οργανώνει το υλικό της σε σύντομα κεφάλαια, σε καθένα από τα οποία υιοθετείται μια διαφορετική οπτική θέασης των γεγονότων, κάτι που αποτυπώνεται και στις παιγνιώδεις επικεφαλίδες: Το σπίτι των ονείρων ως νουάρ – Το σπίτι των ονείρων ως κωμωδία με μπάφους – Το σπίτι των ονείρων ως άνθρωπος εναντίον φύσης – Το σπίτι των ονείρων ως ιδιωματική έκφραση κ.ο.κ.
Η συγγραφέας επιδεικνύει έτσι μια ανεξάντλητη εφευρετικότητα, αλλάζοντας ύφος από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, πλέκοντας ένα πυκνό δίκτυο αναφορών στη λόγια και ποπ κουλτούρα, συνδυάζοντας λογοτεχνική και δοκιμιακή γραφή ή απευθυνόμενη άμεσα στους αναγνώστες του βιβλίου της.
Αυτή η εμμονή με τη φόρμα και τη δομή και η πολυπρισματική, στοχαστική όσο και παιγνιώδης (ανα)πλαισίωση του υλικού της σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί στιλιστική εκζήτηση: η κατακερματισμένη δομή αφενός ανταποκρίνεται στον τραυματισμένο, κατακερματισμένο εαυτό και αφετέρου λειτουργεί ως τρόπος ανοικείωσης του τραυματικού βιώματος, που καθίσταται ίσως έτσι διαχειρίσιμο και που σε ένα δεύτερο επίπεδο (αυτό της λογοτεχνικής παράδοσης και του δημόσιου διαλόγου) ανάγεται σε μια οικουμενική διάσταση, την οποία είχε στερηθεί στο παρελθόν.
Τα δύο βιβλία, παρά τις εμφανείς διαφορές τους, ενδείκνυνται για συνδυαστική ανάγνωση και έρχονται να προστεθούν σε μια χορεία αυτοβιογραφικών λογοτεχνικών καταθέσεων, που έχουν κυκλοφορήσει και στα ελληνικά των τελευταίο καιρό.
