Η σφαγή ονομάστηκε εύηχα «επιχείρηση Κολιμπρί», από το μικρό πουλί που μπορεί να πετά προς τα πίσω, και ξεκίνησε στις 30 Ιουνίου του 1934 αλλάζοντας -όπως ο ιστορικός Paul Maracin έχει επισημάνει- τον κόσμο. Στους ταραγμένους δρόμους της Γερμανίας του ’30 δρούσαν ήδη τάγματα εφόδου που «καθάριζαν» τον δημόσιο χώρο από τους ανεπιθύμητους των καιρών. Αλλά ήταν το «Κολιμπρί» που με μια κίνηση «βουστροφηδόν» επέτρεψε στον Χίτλερ, εν μέσω μηχανορραφιών, να εκκαθαρίσει εσωκομματικούς αντιπάλους και αστούς πολιτικούς (που έκαναν το λάθος να τον στηρίξουν νομιμοποιώντας έμμεσα τις ρητορικές και τις πρακτικές μίσους για τους «άλλους»), εδραιώνοντας την ηγεμονία του και εκκινώντας το πρώτο σκάκι στον 2ο Μεγάλο Πόλεμο που ερχόταν.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των SA (της ομάδας που κυνηγούσε αρχικά τους πολιτικά και λίγο λίγο τους θρησκευτικά, κοινωνικά και σεξουαλικά διαφορετικούς) και των SS (της ομάδας που προστάτευε τα μέλη του κόμματος και τους «κεφαλοκυνηγούς») σε σχέση με τη νομή και τα προνόμια της εξουσίας του νέου καθεστώτος, οδήγησε σε μαζικές εκτελέσεις ολόκληρη την ηγεσία και πολλά μέλη της ομάδας κρούσης Sturmabteilung. Σε αυτό συνέβαλλε κι ο εντεινόμενος φόβος μελών του δεξιού συνασπισμού πέριξ του «Φίρερ» για αναδιανομή της γης και του «πλούτου» υπέρ της «νέας τάξης», των στρατιωτικών για αντικατάστασή τους από την ηγεσία των ολοένα και πιο ανεξέλεγκτων παραστρατιωτικών οργανώσεων, και των μεσαίων στρωμάτων για την αυξανόμενη πολιτική βία.
Στην 3ημερη σφαγή που ακολούθησε γνωρίζουμε σήμερα ότι θανατώθηκαν γύρω στα 200 άτομα, μέλη, συμπαθούντες ή ανεκτικοί των ΝΑΖΙ. Τα «χέρια» αυτήν τη φορά ήταν τα αγαπημένα βαυαρικά SA που, με πρόσχημα απόπειρα πραξικοπήματος και γαλλικό δάκτυλο το οποίο αμέσως μετά αναίρεσε το καθεστώς, εντάλθηκαν να προχωρήσουν τάχιστα σε μαζικές συλλήψεις στο Μόναχο ώστε να επιβάλουν τη ναζιστική τάξη στους δρόμους. Συντηρητικοί στρατηγοί όπως ο Φον Μπρέντοβ, και πολιτικοί όπως ο πρώην πρωθυπουργός της Βαυαρίας Ρίτερ φον Καρ, και ο πρώην καγκελάριος Κουρτ φον Σλάιχερ, και βέβαια ο ηγέτης των SA o Rem που αν και ομοφυλόφιλος εξόντωνε σεξουαλικά ομοίους του, μαζί με δεκάδες φιλόδοξα μέλη των SA οδηγήθηκαν στην εκτέλεση δίχως δίκη.
Η «αυτοάμυνα του Κράτους», με τον περίφημο «Εξουσιοδοτικό Νόμο», και η πολιτική πρακτική της «Ευθυγράμμισης», ενάντια και στην παραμικρή παρέκκλιση σκέψης ή συναισθήματος, αποκάλυπταν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις στην ιδεολογία τους: πως στη δυναμικά εξελισσόμενη ιδεολογική τους κατασκευή, η εδραιωμένη σε κριτήρια φόνου συνοχή της «κοινωνίας» εξαρτιόταν από τις οικονομικές και ιστορικές περιστάσεις, δημιουργώντας τη δυνατότητα εξόντωσης ακόμη και ομογάλακτων ιδεολογικά «Αρίων». Η Nacht der langen Messer (Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών) είχε συντελεστεί.
