Επιβλητικός σε μέγεθος, εντυπωσιακός σε περιεκτικότητα, σημαντικός ως ιστορική κατάθεση και, πάνω απ’ όλα, αυτοβιογραφικός αυτός ο τόμος που μας προσφέρει η Ράνια Κλουτσινιώτη αντιστοιχεί σε μια ζωή αφιερωμένη στο κοινό καλό. Το συνοψίζει η ίδια το 2008, σε μια ομιλία της στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης: 40 χρόνια επαγγελματίας (πολεοδόμος χωροτάκτης) και 20 χρόνια σύμβουλος («ενεργό μέλος» του Συμβουλίου Αρχιτεκτόνων Ευρώπης).
Αν συνεχίσουμε τα στατιστικά στοιχεία, θα συμπληρώναμε σχετικά με το βιβλίο: 16 θεματικές περιοχές με συνολικά 64 κείμενα, άρθρα και ανακοινώσεις. Ενα πλούσιο τραπέζι που προσφέρεται, σύμφωνα με την εισαγωγή, με σειρά στόχων: να σπάσει η έλλειψη ενδιαφέροντος στην κοινωνία «για τον χώρο που την περιβάλλει», «να μας διδάξουν οι εμπειρίες του παρελθόντος» και να καταγράψει «τις πολιτικές που ασκήθηκαν κατά τη μεταπολίτευση στους τομείς της πολεοδομίας και της χωροταξίας».
Κι αυτά όλα, χωρίς να κινδυνεύουν να χάσουν την αξία τους, καθώς η ίδια διαπιστώνει, έτσι όπως σκαλίζει τα περασμένα, ότι οι δημοσιεύσεις της «διαθέτουν μιαν “ασάλευτη” επικαιρότητα». Αυτό, φανερά σαρκαστικό – θα ακολουθήσουν πολλά άλλα αντίστοιχα καθώς ο αναγνώστης προχωρά το διάβασμα.
Ενας τότε άραγε άχαρος ρόλος; Μια απάντηση μπορούμε να εισπράξουμε διαβάζοντας το κείμενο «Οι όροι και περιορισμοί στη δόμηση και το αίτημα της ένταξης» του 2017. Εκεί, η Κλουτσινιώτη, με τη γνωστή ευθύτητά της, δηλώνει εξαρχής: «Δεν έχω να πω σοφίες και περισπούδαστα πράγματα. Οπως πάντα θα προσπαθήσω να μιλήσω για τα αυτονόητα». Κι αυτό κάνει, τινάζοντας τα πάντα στον αέρα, δηλαδή τις υπεκφυγές, τις υποκρισίες, τις αβλεψίες. Γιατί αυτός είναι ο ρόλος της. Δεν είναι όμως υπερόπτης, δεν περιφρονεί – δείχνει κατανόηση αλλά χωρίς να υποχωρεί από τη γνώμη της, δηλώνοντας: «Την έχω υποστηρίξει σθεναρά σε όλες τις συναντήσεις ή και τις συλλογικές συζητήσεις ανταλλαγής απόψεων».
Η Κλουτσινιώτη δεν παραλείπει να σημειώνει κάθε φορά, πέρα από την ημερομηνία και την πηγή της δημοσίευσης του κάθε κείμενου που επιλέγει, τα ονόματα της κυβέρνησης και του σχετικού υπουργού που αντιστοιχούν στο θέμα στο οποίο αναφέρεται. Ετσι, με αμεσότητα υποδηλώνει την πολιτική διάσταση, την τόσο αποφασιστική, κάθε πολεοδομικής ή χωροταξικής δράσης. Της αποκαλύπτεται, αυτής της διάστασης, καθώς και η ίδια ακλόνητα προσανατολισμένη στην Αριστερά, μετέχει από την πρώτη στιγμή, από σπουδάστρια στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, σε συνδικαλιστικούς αγώνες.

Σε ένα σπάνιο αυτοβιογραφικό σημείωμα στο «Αντί» του 1986, με τίτλο «Φοιτητικές εκλογές προ τριακονταετίας», η Κλουτσινιώτη περνάει, 25 χρόνια αργότερα, από τη Σχολή, συναντιέται με τον ιστορικό κλητήρα της Σχολής, τον Μανώλη, που φτιάχνει τους καφέδες και, συμπληρώνω, μας παραστεκόταν σαν πατέρας, που της θυμίζει «με θέρμη» τα παλιά. Δηλαδή, την ΕΚΟΦ, την Πανσπουδαστική, την ΕΔΑ. Αλλά συνάμα, μαζί τους, τις μνήμες από ποιητές: τον Παλαμά, τον Βάρναλη, τον Ρίτσο, και «δειλά-δειλά» τότε τον Τσίρκα. Αυτό το ξαφνικό κύμα της μνήμης «ξαφνικά» τη βοηθά να «καταλάβει την ουσιώδη διαφορά» με το σήμερα: «Τότε ίσως μπορούσες να μην ξέρεις. Σήμερα φαίνεται πως δεν μπορείς».
Κι αυτή η ακλόνητη πεποίθηση, που δεν δέχεται καμιά αμφισβήτηση, που δεν κάμπτεται από οποιαδήποτε αποτυχία ή αστοχία, διαπερνά όλα τα κείμενα του τόμου. Γιατί αυτά τα κείμενα είναι μαχητικά, δεν είναι οσοδήποτε εξωραϊσμένες ακαδημαϊκές ασκήσεις. Είναι εδραιωμένα στο πύρινο έδαφος της πράξης, εκεί που αναμετρώνται με τον κοινωνικό αντίκτυπο και το χειροπιαστό αποτέλεσμα στον χώρο. Συμπαραστάτες της στην πορεία δεν είναι μόνο όσοι αναφέρονται στην τελευταία θεματική περιοχή (Αρχιτέκτονες – Σύλλογος), οι Α. Κωνσταντινίδης, Γ. Σημαιοφορίδης, Χρ. Παπουτσάκης και Γρ. Διαμαντόπουλος, αλλά κι εκείνοι οι αναρίθμητοι που την ενθάρρυναν με την παρουσία τους, με τους οποίους η Κλουτσινιώτη συμβάδισε στη ζωή της, από τις σπουδές της ώς σήμερα, έχοντας κάθε φορά ν’ αντιμετωπίσει τα πιο δύσκολα ζητήματα, πολεοδομικά και χωροταξικά, που μένουν πεισματικά άλυτα.
Αν μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όσα γράφει και λέει η Κλουτσινιώτη, αυτό θα ήταν η απόλυτη προτεραιότητα της συλλογικότητας, της αντίληψης πως όλα είναι αλληλένδετα κι είναι αδύνατο να αντιμετωπιστούν αποσπασματικά, ακρωτηριασμένα, όπως συνήθως γίνεται από σκοπιμότητα ή άγνοια. Η ίδια εικόνα στην κοινωνία, η ίδια εικόνα στον χώρο. Απλά λόγια, αλλά τόσο σπουδαία.
