Στους καιρούς που ζούμε, ακόμη και οι «ακραίες» εκτιμήσεις τείνουν συχνά να υπερκεραστούν από πολύ πιο ακραίες εξελίξεις. Οταν προεκλογικά ερμηνεύαμε τη δημοφιλία του πρωθυπουργού ως απόρροια της επιμελούς ανασύστασης των παραδοσιακών νομιμοποιητικών μοτίβων του μοναρχικού θεσμού («Εφ.Συν», 24.6.2023), ήταν αδύνατο να φανταστούμε πως αυτή η πολιτικοϊδεολογική οπισθοδρόμηση δεν θα μας πήγαινε απλά στις μέρες της Φρειδερίκης, αλλά θα επιχειρούσε να ακυρώσει συμβολικά ακόμη και την εννοιολογική διάκριση Δεξιάς-Αριστεράς που έχει καθιερωθεί παγκοσμίως από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Αναφερόμαστε φυσικά στην αδιανόητη χωροταξία που επιβλήθηκε στην καινούργια Βουλή, με την ενσφήνωση των κοινοβουλευτικών ομάδων της Ακροδεξιάς («Σπαρτιάτες», Νίκη, Ελληνική Λύση) στην αριστερή και κεντροαριστερή πτέρυγά της – διάταξη με εξαιρετικά υψηλή συμβολική σημασία, που υπαγορεύει στον θεατή μια υπόρρητη ταύτιση των «άκρων» υπεράνω ιδεολογικών αποχρώσεων. Μπορεί ο δημόσιος λόγος των «Σπαρτιατών» να κινείται μεταξύ Κυριάκου Μητσοτάκη (επί της ουσίας) και Γεωργίου Παπαδόπουλου (υφολογικά), στο μυαλό του μέσου ευκαιριακού θεατή των κοινοβουλευτικών συζητήσεων το κόμμα τους θα εκλαμβάνεται ωστόσο αυτόματα σαν άτυπη συνιστώσα του μείζονος ΣΥΡΙΖΑ…
«Δεν υπάρχει Δεξιά / δεν υπάρχει Αριστερά / μόνο κόκαλα Ελλήνων τα ιερά» | (σύνθημα της «πάνω Πλατείας», Μάιος-Ιούνιος 2011)
Η σκοπιμότητα αυτής της χωροταξικής ανατροπής δεν είναι λοιπόν καθόλου αθώα. Εγκαθιστά στο συλλογικό υποσυνείδητο μια νέα αντίληψη περί πολιτικής, όπου οι παραδοσιακές αντιθέσεις και ταξινομήσεις έχουν αντικατασταθεί από την προνεωτερική διαχωριστική γραμμή φίλων/εχθρών της εξουσίας − ή, αν προτιμάτε, προασπιστών και (συλλήβδην) αντιπάλων της «κανονικότητας» που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του μονάρχη. Εξίσου αυτονόητες είναι και οι συνέπειες αυτού του διαχωρισμού: αν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης το καραμανλικό σχήμα περί «αριστεροχουντισμού» (που καταγγέλθηκε τότε πάνδημα σαν ασύγγνωστη τερατολογία) απέβλεπε κυρίως στον στιγματισμό και την υπονόμευση μιας Αριστεράς που μειοψηφούσε μεν συντριπτικά στο Κοινοβούλιο αλλά κυριαρχούσε αριθμητικά στο πεζοδρόμιο, η σημερινή ταύτιση των ακροδεξιών σχηματισμών με μια κεντροαριστερή αντιπολίτευση που βιώνει εμφανή κρίση στρατηγικού προσανατολισμού, εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Με το ιδεολογικό υπόστρωμα της Ακροδεξιάς νομιμοποιημένο δε κατά κόρον από τον καθημερινό λόγο των ΜΜΕ για όλα τα επίδικα ζητήματα (μεταναστευτικό, εξωτερική πολιτική, μειονοτικό, υπόκλιση στον ρυθμιστικό ρόλο της αγοράς, κατασυκοφάντηση του αριστερόστροφου μεταπολιτευτικού «υπερβολικού» εκδημοκρατισμού), δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ποιος θα είναι τελικά ο προνομιακός αποδέκτης των αναμενόμενων εκρήξεων αυτής της δυσφορίας, αν αυτή η τελευταία δεν επενδυθεί μ’ έναν πειστικό και συνάμα ριζικά διαφορετικό ιδεολογικό λόγο. Το είδαμε, άλλωστε, να γίνεται ακόμη και με το έγκλημα των Τεμπών, από τη στιγμή που η απόδοση ευθυνών μετατοπίστηκε σταδιακά από τις δολοφονικές συνέπειες της ιδιωτικοποίησης (άμεση προέκταση -συνέπεια και προϋπόθεση- της οποίας υπήρξε το ξεχαρβάλωμα των μηχανισμών ηλεκτρονικού ελέγχου της κυκλοφορίας) στην αδόκητη απλώς κομματική τοποθέτηση ενός ανίκανου σταθμάρχη.
Σφάξε με, πρόεδρε, ν’ αγιάσω;
Πώς όμως φτάσαμε σ’ αυτή την (αδιανόητη μέχρι πρότινος) χωροταξική νομιμοποίηση των χριστιανορθόδοξων φονταμενταλιστών και των ανθρώπων του Κασιδιάρη; Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού της Βουλής, αποκλειστικός αρμόδιος γι’ αυτές τις διευθετήσεις είναι ο πρόεδρός της: «Στην αρχή κάθε κoινoβoυλευτικής περιόδoυ ή σε περίπτωση συγκρότησης νέας Koινoβoυλευτικής Oμάδας o Πρόεδρoς της Boυλής καλεί τoυς Πρoέδρoυς των Koινoβoυλευτικών Oμάδων για να πρoσδιoριστoύν oι θέσεις των μελών τoυς στην αίθoυσα συνεδριάσεων […]. Σε περίπτωση διαφωνίας o πρoσδιoρισμός των θέσεων γίνεται από τoν Πρόεδρo της Boυλής με βάση τη δύναμη των Koινoβoυλευτικών Oμάδων και την κoινoβoυλευτική παράδoση». Εργο του κυρίου Τασούλα λοιπόν το πακετάρισμα Αριστεράς και Ακροδεξιάς σ’ έναν ενιαίο χώρο − ή, έστω, του προσωρινού προέδρου Νικήτα Κακλαμάνη, που ο διάδοχός του αποδέχθηκε όμως πλήρως μετά την επανεκλογή του. Καθόλου περίεργο, αυτό το τελευταίο: όπως όλοι θυμόμαστε, το μητρώο του κυρίου Τασούλα είναι γεμάτο από (μικρότερες, βέβαια) λαθροχειρίες κατά τις κρίσιμες κοινοβουλευτικές συζητήσεις της περασμένης χρονιάς για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Εκτός απ’ όσα προκάλεσαν τότε την οργή της αντιπολίτευσης και ποικίλα σχόλια των ΜΜΕ, υποσημειώνουμε επίσης την κατ’ εξαίρεση παραχώρηση άπλετου χρόνου ειδικά στον Κυριάκο Βελόπουλο, για να ζυμώνει σε σκληρή δεξιά γραμμή το τηλεοπτικό κοινό, περίπου μία ώρα κάθε φορά στο τέλος των επίμαχων συνεδριάσεων. Πρακτική που πέρασε μεν τότε μάλλον απαρατήρητη, στο πλαίσιο της μονοσήμαντης επικέντρωσης σ’ έναν απολίτικο αντιμητσοτακισμό, αποδείχθηκε όμως τελικά οδυνηρά αποτελεσματική στις φετινές κάλπες.
Μια σημειολογική αθλιότητα όπως η τωρινή θα νομιμοποιούσε ακόμη και την άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να καταλάβει τα έδρανα που του υποδείχθηκαν, αποχωρώντας συμβολικά από τη Βουλή μέχρι να διορθωθεί το πρωτόγνωρο αυτό (και πολιτικά σημαντικότατο) ατόπημα· των φρονίμων τα παιδιά, δεν περιμένουν να υποστούν τον αυτονόητο εξευτελισμό τους από τους αντιπάλους, που τα ερχόμενα χρόνια δεν θα πάψουν να υπενθυμίζουν αυτή την προσχεδιασμένη συμβολική «ενοποίηση» του αντιπολιτευτικού λόγου. Αντί γι’ αυτό, είδαμε τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ να ψηφίζουν υπέρ της επανεκλογής του υποψηφίου της Ν.Δ. για την προεδρία της Βουλής, επικυρώνοντας έτσι τη συμπερίληψή τους στην ίδια ή συγγενική ομάδα με τους Νατσιούς, τους Βελόπουλος και τους Κασιδιάρηδες. Επίδειξη ενός ακατανόητου ραγιαδισμού που, όσο κι αν μασκαρευτεί σε εποικοδομητική πρόθεση, επικύρωσε απλώς με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τη μακροπρόθεσμη ηγεμονία Δεξιάς και Ακροδεξιάς στην κεντρική πολιτική μας σκηνή.
