Aνδρείκελα που παραπέμπουν στους μετανάστες στη Γερμανία, τους γκασταρμπάιτερ, μαζί με τα φθαρμένα ρούχα και παπούτσια τους, τα λιγοστά προσωπικά αντικείμενα που κουβαλούν και που θυμίζουν Ελλάδα, όπως ένας τενεκές λάδι…
Η εμβληματική εγκατάσταση του Βλάση Κανιάρη «Arrivederci Willkommen» που αιχμαλωτίζει δύο στιγμές της μετανάστευσης, του αποχωρισμού για ένα καλύτερο αύριο και της επιστροφής στην πατρίδα, υποδέχεται τους επισκέπτες της έκθεσης «Αστυγραφία/Urbanography. H ζωή της πόλης τις δεκαετίες 1950-1979» που εγκαινιάζεται σήμερα στην Αίθουσα Περιοδικών Εκθέσεων της Εθνικής Πινακοθήκης. Τους αποχαιρετά ένα μεγάλο έργο της Ρένας Παπασπύρου, με φωτοτυπίες από κομμάτια τοίχων αλλά και του δικού της προσώπου, που καταγράφει εννοιολογικά την ιδιότυπη σχέση του καλλιτέχνη με την πόλη…
Η πρώτη έκθεση που επιμελείται η νέα διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Συραγώ Τσιάρα, στην… έδρα της είναι γεμάτη εκπλήξεις. Προβάλλει ένα πιο τολμηρό, πιο κοινωνικοπολιτικό πρόσωπο του μουσείου –κόντρα στις κλασικές επιλογές της προηγούμενης διευθύντριας– επιχειρώντας να χαρτογραφήσει το «αστικό βίωμα» μέσα από το βλέμμα εικαστικών δημιουργών και κινηματογραφιστών: 78 καλλιτέχνες, 202 εικαστικά έργα, 22 ταινίες.
Σε μια πρωτότυπη σύλληψη παρακολουθεί τρεις δεκαετίες ραγδαίου μετασχηματισμού της μεταπολεμικής Ελλάδας με επίκεντρο την αστικοποίηση και τον τρόπο που ο άνθρωπος συμμετέχει ή αντιστέκεται στη νέα συνθήκη. Συνεργάζεται με την Ταινιοθήκη της Ελλάδος φέρνοντας σε συνομιλία τις εικαστικές τέχνες –ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική, εγκαταστάσεις, φωτογραφία, σχέδια και αφίσες– με αποσπάσματα από τον δημοφιλή ελληνικό κινηματογράφο, τις ταινίες κριτικού ρεαλισμού και τις έκκεντρες αφηγήσεις. Και το πιο σημαντικό, αποκαλύπτει «κρυμμένους θησαυρούς» της Εθνικής Πινακοθήκης, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά έργα –ορισμένα πραγματικά απρόβλεπτα– σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως η Χρύσα Ρωμανού, ο Παναγιώτης Τέτσης, ο Χρόνης Μπότσογλου, ο Γιάννης Μόραλης, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης.

«Η ιδέα γεννήθηκε από την επιθυμία μου να κατανοήσω το ιστορικό πλαίσιο της Εθνικής Πινακοθήκης και ο τρόπος που δούλεψα από τον περασμένο Αύγουστο, ήταν για να νιώσω κομμάτι της, βλέποντας το κτίριο, τα έργα, μελετώντας τις συλλογές όχι μόνο διαδικτυακά, κυρίως εκ του φυσικού», μας είπε η Συραγώ Τσιάρα αρχίζοντας την ξενάγηση στην αίθουσα των περιοδικών εκθέσεων, που με τη νέα σκηνογραφία μοιάζει πιο άνετη, πιο φωτεινή.
Η «Αστυγραφία» «αντιμετωπίζει την πόλη ως εμπειρία, εξετάζει την αστικοποίηση, την ανοικοδόμηση και τη μετανάστευση στο πλαίσιο των ραγδαίων αλλαγών που συνέβησαν μεταπολεμικά στην ελληνική κοινωνία. Οι καλλιτέχνες ερμηνεύουν την πόλη όχι μόνο ως δομημένο περιβάλλον που τους εμπεριέχει, αλλά και ως καθημερινό βίωμα», επισημαίνει η ίδια. «Η πόλη στα έργα γίνεται πεδίο συγκρότησης νέων ταυτοτήτων για εσωτερικούς και εξωτερικούς μετανάστες, αγκαλιά και καταφύγιο, τόπος συνάντησης και επιθυμίας, αλλά και μηχανισμός αποξένωσης, απόρριψης, μαζικοποίησης και περιθωριοποίησης».
Η έκθεση χωρίζεται σε επτά ενότητες που διασταυρώνονται, αλληλοσυμπληρώνονται. Στην πρώτη ενότητα η πόλη επινοείται ως «Σκηνικό», «οι δημιουργοί επιλέγουν την οπτική γωνία και συνθέτουν το κάδρο αντλώντας αναφορές από την πραγματικότητα, τη μνήμη και την επιθυμία». Η νοσταλγία κυριαρχεί αρχικά, οι στερεοτυπικές ή εξιδανικευτικές αφηγήσεις μιας ιδιαίτερης αστικής ταυτότητας η οποία αλλοιώνεται μαζί με τα νεοκλασικά σπίτια που τα καταπίνουν οι οικοδομές. Αρκεί να κοιτάξεις το «Μαρούσι» του Αγήνορα Αστεριάδη, τον «Μικρόκοσμο της οδού Γουέμπστερ» του Σπύρου Βασιλείου, αλλά και το «Καφενείον το «Νέον»» του Γιάννη Τσαρούχη.

Με τις εργολαβίες και τις αντιπαροχές, καθώς ορθώνονται οι πολυκατοικίες το «Γιαπί» συνοψίζει την κομβική εικόνα της αλλαγής στην πόλη και οι δημιουργοί στρέφονται από τη μεγάλη εικόνα στις καθημερινές ιστορίες των εργατών. Πραγματικά εκπληκτικά σε αυτή την ενότητα τα ασπρόμαυρα χαρακτικά του Παναγιώτη Τέτση γύρω από την οικοδομή, φτιαγμένα τη δεκαετία του ‘60, αλλά και οι χαρακτηριστικές φιγούρες των εργατών του Διαμαντή Διαμαντόπουλου.
Κατά τη δεκαετία του 1960 αναδεικνύεται η ρεαλιστική πρόθεση ορισμένων δημιουργών να επισημάνουν τα προβλήματα και τις αντιθέσεις της καθημερινής ζωής στη μεγαλούπολη με κριτική ματιά. Η πόλη με τις ανισότητες, τις κοινωνικές συγκρούσεις, «η πόλη ως πεδίο αμφισβήτησης, διεκδίκησης, σύγκρουσης καταγράφεται ιδιαίτερα στα έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη αλλά και της Χρύσας Ρωμανού», επισημαίνει η Σ. Τσιάρα, τα οποία επίσης αναδεικνύουν τον ρόλο της διαφήμισης στην καταναλωτική κοινωνία.
Στην έκθεση βλέπουμε σε «Κοντινό πλάνο» τον μικρόκοσμο της καθημερινής ζωής. Εκεί ανήκει ένα έργο του Χρόνη Μπότσογλου με τη μητέρα του και τη ραπτομηχανή της, «αναφορά στη γυναικεία εργασία και ταυτότητα», αλλά και ένα έργο της Κλεοπάτρας Δίγκα με προϊόντα περιποίησης «και την αντανάκλαση του εαυτού της στον καθρέφτη-έκφραση του δικού της μπουντουάρ».

Η πόλη με την ανατρεπτική ποπ διάθεση του Γιώργου Ιωάννου, οι προσφυγικές συνοικίες Ασύρματος, Δουργούτι που ζωγράφισε ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, τα παραδοσιακά επαγγέλματα (όπως οι πωλητές σφουγγαριών ή οι κουρείς) με τον φακό του Στέλιου Κασιμάτη, η μοναδική θέα από τις βεράντες (Ν. Εγγονόπουλος, Κ. Μαλάμος), αλλά και η Αθήνα που αναστενάζει στα γήπεδα, που ξενυχτάει στα μπουζούκια ή που μαγεύεται από τους σταρ του σινεμά – για να μην ξεχνάμε και τις κινηματογραφικές γιγαντοαφίσες του Γιώργου Βακιρτζή. Και δίπλα, σκηνές από γνωστές ταινίες που προβάλλονται σε μικρές οθόνες, ανάμεσα στα έργα. «Η θεία από το Σικάγο», «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» με τη Γεωργία Βασιλειάδου να απαιτεί να αλλάξουν όλα τα παλιά έπιπλα και να γίνουν μοντέρνα και τη Μάρω Κοντού να θέλει διαμέρισμα τεσσάρι, ρετιρέ. «Σε φάσεις αστικοποίησης οι ελληνικές ταινίες αποτυπώνουν και παράγουν συμπεριφορές και διαμορφώνουν κοινωνικές εξελίξεις», τονίζει η Σ. Τσιάρα.
Η «Αστυγραφία», που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων προβολές από τα «Κυριακάτικο ξύπνημα» του Μιχάλη Κακογιάννη, «Καλημέρα Αθήνα» του Γρηγόρη Γρηγορίου, «Μαγική πόλις» του Νίκου Κούνδουρου, «Εκπομπή» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» του Νίκου Νικολαΐδη, θα συνεχιστεί με ταινίες στη μεγάλη οθόνη της «Λαΐδας» το φθινόπωρο. Τότε θα παρουσιαστεί και το δίγλωσσο λεύκωμα της έκθεσης. Κι εδώ πρωτοτυπεί η νέα διευθύντρια, αφού προϋπόθεση είναι αυτοί που θα γράψουν τα κείμενα να δουν πρώτα την έκθεση. Για το κοινό προγραμματίζονται ξεναγήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, δημόσιες δράσεις θεωρητικού και διακαλλιτεχνικού χαρακτήρα και άλλα.
