Αυστηρότεροι κανόνες για την αποδοχή δώρων, φιλοξενίας και ταξιδιών που προσφέρονται από τρίτους, ακόμα και για τα βραβεία ή τις τιμητικές διακρίσεις. Μέτρα αιρεσιμότητας και διαφάνειας, ιδίως για συναντήσεις με εκπροσώπους συμφερόντων, λομπίστες δηλαδή. Τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να δηλώνονται, ενώ και η επαγγελματική αποκατάσταση μετά το τέλος της θητείας θα πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς.
Είναι μερικοί από τους κανόνες που προτείνει η Κομισιόν για τη δημιουργία φορέα δεοντολογίας, ο οποίος θα καλύπτει τα μέλη όλων των ευρωπαϊκών θεσμών. Ωστόσο ήδη η πρόταση έχει δεχτεί σκληρή κριτική, όχι μόνο από κόμματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ΜΚΟ που μιλούν για νέο φορέα «χωρίς δόντια», αλλά και από την Ευρωπαία διαμεσολαβήτρια Εμιλι Ο’Ρέιλι.
Η αντιπρόεδρος της Κομισιόν, αρμόδια για το Κράτος Δικαίου, Βέρα Γιούροβα δήλωσε ότι με τη σύσταση του φορέα δεοντολογίας «θα θεσπιστούν, για πρώτη φορά, κοινά πρότυπα δεοντολογικής συμπεριφοράς για τα μέλη και επίσημος μηχανισμός συντονισμού και ανταλλαγής απόψεων σχετικά με τις δεοντολογικές απαιτήσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων. Χάρη στις αλλαγές αυτές οι πολιτικοί της Ε.Ε. θα υπόκεινται σε κοινά, σαφή, διαφανή και κατανοητά πρότυπα».
Το νέο όργανο θα πρέπει να αναπτύξει κοινά ελάχιστα πρότυπα, που θα χρησιμεύουν ως ελάχιστο σημείο αναφοράς και κάθε θεσμικό όργανο παραμένει ελεύθερο να εφαρμόζει ακόμη αυστηρότερους εσωτερικούς κανόνες, αλλά τα πρότυπα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον μετριασμό των υφιστάμενων κανόνων. Ο νέος φορέας δεοντολογίας δεν θα ασχολείται με μεμονωμένες έρευνες, ούτε θα παρεμβαίνει ή θα περιορίζει με οποιονδήποτε τρόπο τις έρευνες καθιερωμένων υφιστάμενων φορέων.
«Η πρόταση αυτή δεν αποτελεί απάντηση στις ελλείψεις και τα τρωτά σημεία που αποκάλυψε το Qatargate. Δεν είναι το είδος της απάντησης που θα επιθυμούσαν κάποιοι, με την εξουσία να ερευνά και να επιβάλλει κυρώσεις σε άτομα. «Δεν υπάρχει νομική βάση» είναι ο ισχυρισμός της Επιτροπής. «Δεν υπάρχει οριζόντια πολιτική βούληση» είναι μάλλον μια πιο ακριβής άποψη» έγραψε η Ευρωπαία διαμεσολαβήτρια.
«Καθώς το Qatargate περιμένει την κατάληξή του, τα ίδια ερωτήματα συνεχίζουν να τίθενται. Γιατί αφέθηκε στις υπηρεσίες πληροφοριών των κρατών-μελών και στις βελγικές αρχές να εντοπίσουν και να διερευνήσουν αυτές τις υποτιθέμενες παραβιάσεις; Γιατί η επιβολή των υφιστάμενων κανόνων ήταν τόσο χαλαρή, όπως η απαίτηση για τις οργανώσεις που συμμετέχουν σε εκδηλώσεις του Κοινοβουλίου να είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο διαφάνειας; Γιατί κανείς μέσα στο θεσμικό όργανο δεν σήμανε συναγερμό για κακή, αναμφισβήτητα εγκληματική, συμπεριφορά που μπορεί να χρονολογείται εδώ και χρόνια και να εμπλέκει πολλαπλούς παράγοντες;» αναρωτιέται η Εμιλι Ο’Ρέιλι.
