ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η βιαστική επίσκεψή μου στη Θεσσαλονίκη τη φορά αυτή δεν αφορούσε την ολοένα και διογκούμενη σκηνή της γενικά αλλά μία και μόνη παράσταση, ανεβασμένη από το ΚΘΒΕ στα μέσα του περασμένου Φλεβάρη. Πρόκειται για το «Σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη, που ο τίτλος του έγινε τελευταία σύνθημα στα χείλη των σπουδαστών των δραματικών σχολών απανταχού της χώρας και οδήγησε πολλούς στην επανάγνωση του έργου της.

Ομως, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν ήταν το ίδιο το έργο που παρακίνησε την άνοδό μου, ούτε βέβαια η επικαιρότητά του λόγω των ημερών. Είναι η ίδια η ομάδα που το ανεβάζει, η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων, που λόγω του βάθους και της μεθόδου της, αλλά και της μέχρι σήμερα πορείας της, από την πρώτη εκείνη «Σφαγή των Παρισίων» στο Φεστιβάλ μέχρι την πρόσφατη Αναγνωστάκη του «Αντόνιο ή το Μήνυμα» και το εξαιρετικό «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» που παίζεται ταυτόχρονα στο ΠΛΥΦΑ, γέμισε το ταξίδι μου με προσδοκίες.

Και ό,τι είδα αντάμειψε αληθινά αυτές τις προσδοκίες, αν δεν τις υπερέβη κιόλας. Δεν είναι βέβαια η Ορχήστρα το μόνο σχήμα που αυτόν τον καιρό εργάζεται στο πολιτικό θέατρο, όμως ελάχιστες άλλες ομάδες το κάνουν με το δικό της αυθεντικό τρόπο. Είμαι σίγουρος, ας πούμε, ότι το ίδιο έργο θα ανέβαζε ακόμα κι αν τα γεγονότα δεν το καθιστούσαν τόσο «επείγον» – πως θα το ανέβαζε με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο. Και πως θα αντιμετώπιζε και πάλι το «Σ’ εσάς» της Αναγνωστάκη σαν αντηχείο με το οποίο θα μεταδοθεί στον σιωπηλό μέχρι σήμερα κόσμο η δική του πρώτα φωνή.

Είναι κάτι που με κάνει περήφανο για την ποιότητα αλλά και τον χαρακτήρα της νέας γενιάς καλλιτεχνών μας. Αρκεί να θυμηθούμε το πρώτο ανέβασμα του «Σ’ εσάς» από τον Λευτέρη Βογιατζή πριν από είκοσι χρόνια -σαν μήνυμα θεάτρου τότε- και να το δούμε ξανά στη Θεσσαλονίκη τώρα -σαν κίνημα πια πολιτικής δράσης-, για να καταλάβουμε πόσο προχώρησε το θέατρό μας στο μεταξύ.

Θα πρέπει όμως να αναζητήσουμε στους Λαζαριστές πίσω από αυτό που βλέπουμε μια πορεία που ξεκινά από πολλές πηγές, αρδεύει -όπως άλλωστε και το ίδιο το έργο της Αναγνωστάκη- σε πολλούς τόπους, σε μνήμες και αναφορές, για να εκβάλει τελικά στην εποχή μας αλλά και σε ολόκληρο τον αιώνα που ακολουθεί. Στο ενδιάμεσο των δύο αιώνων η Αναγνωστάκη γράφει το πλέον ίσως μεταιχμιακό έργο της σύγχρονης δραματουργίας μας, ένα ανοιχτό ημερολόγιο. Πίσω της έχει έναν αιώνα διαψεύσεων των μεγάλων αφηγήσεων και όσων τις ακολούθησαν. Και μπροστά της πάλι αντιλαμβάνεται μια εποχή φωνών που χάνονται μέσα στον θόρυβο, μηνυμάτων που όσο εντονότερα ηχούν, τόσο κρατούν πιο λίγο.

Το τελευταίο μήνυμα της Αναγνωστάκη, πιστεύω, σε αυτό το βαθιά σκεπτικό έργο της δεν είναι η ανάγκη μιας «Επανάστασης» με κεφαλαίο Ε, αλλά του βλέμματος πάνω στη ζωή των αόρατων και άφωνων ανθρώπων. Η ανάγκη να επιστρέψουμε ξανά πίσω στον αδικημένο άνθρωπο για να ακούσουμε όπως και όσο μπορούμε τη φωνή του. Η επανάσταση, αν είναι να ζήσει, θα πρέπει να ξεκινήσει όχι από όσους μιλούν, αλλά από όσους ακούνε.

Δεν πρόκειται γι’ αυτό να δούμε στη Μονή Λαζαριστών ακριβώς «θέατρο», ακόμα και αν εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε τον όρο για να περιγράψουμε την εμπειρία μας. Υπάρχει ασφαλώς ένα επίπεδο στο οποίο αναγνωρίζουμε το συγκεκριμένο έργο: ένα διαμέρισμα στο Βερολίνο του νέου αιώνα, αρκετά πλατύ ώστε να χωράει τους κατατρεγμένους της Αναγνωστάκη, κυνηγημένους από τους μέσα και έξω τους δαίμονες. Λίγο πριν από κάποια πολιτική εκδήλωση συναντάμε εννιά άτομα, Ελληνες και ξένους, ριγμένα το καθένα από το πουθενά, γύρω από ένα τραπέζι στο οποίο κάθονται οι ζωντανοί με τους πεθαμένους και τα φαντάσματα της Ιστορίας κοντά στους βρικόλακες του σήμερα.

Ο χώρος λοιπόν της παράστασης οφείλει να τους συμπεριλαμβάνει όλους και όλα. Από τους τέσσερις τοίχους του συμβατικού αστικού θεάτρου κρατάμε μόνο τον έναν (επενδυμένο μάλιστα έξοχα με ταπετσαρία από τον Εδουάρδο Γεωργίου). Οι άλλοι τρεις τοίχοι έχουν πέσει, έτσι ώστε ό,τι ακούγεται εντός του «οίκου» να φτάνει πρώτα στους θεατές και έπειτα στην ίδια την πόλη.

Κι έτσι η παράσταση αποκτά το ύφος μιας devided σκηνικής κατασκευής, με τα μικρόφωνα και τη μετωπική εκφώνηση να επιβάλλονται της άλλης, μάλλον δευτερεύουσας δραματουργίας (σε επεξεργασία του σκηνοθέτη και της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου). Στόχος είναι να γίνει το «Σ’ εσάς» κτήμα του καθενός, και αυτό σημαίνει πως όχι μόνο ο λόγος αλλά πρωτίστως ο «κόσμος της» Αναγνωστάκη θα πρέπει να μεταμορφωθεί πρώτα σε κοινή αίσθηση: Η ενοχή, η σιωπή, ο φόβος. Η οργή, το αδιέξοδο, η υποκρισία. Το ξερίζωμα, η ανασφάλεια, η απορία…

Με αυτόν τον τρόπο ο «εκρηκτικός» ρεαλισμός δίνει τη θέση του σε μια μεταμοντέρνα συνθήκη όπου όλα παρατάσσονται ασύντακτα και αδιαβάθμητα, διστακτικά ή και έξαλλα. Η δράση του έργου διακόπτεται επίμονα με ένα εσωτερικό κάλεσμα προκειμένου να συμμετέχουν οι ρόλοι σε ένα είδος τελεστικής, αν όχι εξαναγκαστικής, σήμανσης της ομαδικής ταυτότητας (στη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή). Οι ίδιοι κάποτε τραγουδούν ή χορεύουν στους ρυθμούς κάποιου τσιφτετελιού και εναλλάσσουν τα επαναστατικά τους συνθήματα με λαϊκά άσματα.

Ενα έργο που έγινε κίνημα πολιτικής δράσης

Φορούν κοστούμια εποχής της Μαρίνας Κελίδου, την ώρα που το παστίτσιο, μαγειρεμένο στην αληθινή κουζίνα του σκηνικού, καταναλώνεται επί σκηνής πάνω σε ένα τραπέζι που ακουμπά τα πρώτα καθίσματα των θεατών της Θεσσαλονίκης. Την ίδια στιγμή από τον έξω κόσμο ακούγονται πυροβολισμοί, φωνές, ο αχός μιας βίας που καταφτάνει… Στιγμές ενός αληθινού θεάτρου που στρέφουν έργο και θεατές προς τη θέα της πόλης. Κι έτσι, με τους τοίχους να πέφτουν στο εσωτερικό και εξωτερικό και το υψηλό με το χαμηλό να διαχέονται το ένα το άλλο χωρίς αξιολόγηση, οδηγούμαστε σε έναν κόσμο που κι αν χρειάζεται την επανάσταση, δυσκολεύεται ωστόσο να σταθεί στο ύψος της.

Είναι το σημείο στο οποίο η παράσταση αποδεικνύεται, πιστεύω, δυναμικότερη ακόμη και του ίδιου του έργου της Αναγνωστάκη. Οταν το «Σ’ εσάς» απέδιδε τον διασκορπισμό των φωνών στην οχλοβοή της μεταμοντέρνας εποχής, τη διαστρέβλωση και σχετικοποίηση των όποιων ευγενών στόχων από την ανάγκη της επιβίωσης, εδώ, αντίθετα, συναντάμε την ευθεία, συνειδητοποιημένη καταγγελία της κρατικής βίας, το κάλεσμα εξέγερσης από τη μεριά των νέων, την άνευ όρων αντίστασή τους στην επελαύνουσα γύρω τους Ακροδεξιά. Η υπόκωφη οργή, η αίσθηση του αδιεξόδου και η αγωνία της επικοινωνίας ξεσπούν τελικά με μια έκρηξη σε ανοιχτό κάλεσμα προς τον έξω κόσμο για ξεσηκωμό.

Στην περίπτωση αυτή θα ήταν μάλλον άσκοπο να μιλήσουμε για «ρόλους». Η αλήθεια είναι ότι οι ερμηνευτές αποτελούν στην ουσία συν-δημιουργούς του κλίματος και μηνύματος, κινούμενοι μεταξύ ερμηνείας και κατάθεσης. Στην πρώτη εικόνα του Χανς από τον Δημήτρη Ναζίρη -μέσα στην τσεχοφική αίσθηση- και της ανήσυχης Μαρίας από την Ελένη Θυμιοπούλου. Στο ζευγάρι του ιδεολόγου μα και ανερμάτιστου Αγη από τον Νίκο Μήλια και της ευαίσθητης, μοιραίας, «ντοστογιεφσκικής» Σοφίας (που σηκώνει στους ώμους της την ενοχή μιας γενιάς) από τη Χρυσή Μπαχτσεβάνη. Στον αινιγματικό Ιβάν του Γιώργου Κολοβού και στη βυθισμένη στο ημισκόταδο Τρούντελ από τη Σεμίραμι Αμπατζόγλου. Και βέβαια στην Ελσα της Μπέττυς Νικολέση, που κουβαλά την πατριαρχική βία μεταλλαγμένη σε μητρική τυραννία, στον εύγλωττα σιωπηρό γιο της Νίκο από τον Νικόλα Δροσόπουλο και στον έξαλλο, ελαφρύ μα και λυτρωτικό Τζίνο του Πάρη Αλεξανδρόπουλου.

Ολοι συντελούν στο να στηθεί ένα σύμπαν περίκλειστο όσο και δημόσιο, με τα τραύματα του παλιού αιώνα και την αγωνία του νέου. Μια παράσταση που την ίδια στιγμή μιλάει για ήττα, κι όμως σημαίνει μέσα μας τη νίκη.