«Μ’ αν της βαρειάς μου μοίρας το κακούργο χέρι / Εχει για μένα προωρισμένη την ποινή/ Στον τάφον η διάρροια, αλί μου, να με φέρη/ Θε νάχω κάνε τότενες γι’ ανταμοιβή/ – Γιατί ως ανταμοιβή μου θα το θεωρήσω –/ Τον κόσμο χέζοντας ετούτονε ν’ αφήσω».—
Ο Κεφαλονίτης λογοτέχνης Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901), σατιρικός, ποιητής και στοχαστής, στοργικός πατέρας εννιά παιδιών και αφοσιωμένος σύζυγος επί ισοτιμία της Πηνελόπης Κοργιαλένια (θυγατέρας, αναστημένης στην Αγγλία, του Δημήτρη Κοργιαλένια –μέλους της Φιλικής Εταιρείας, ναυτικού και εμπόρου στη Μάλτα– και συντρόφου γενναίας, αλλά και συνεργάτιδος με ευθυκρισία στο πνευματικό έργο του· επί παραδείγματι, το «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» οφείλει πολλά στις κοινές σκέψεις και συζητήσεις τους), έζησε τον πολυκύμαντο βίο του ως μια αδιάλλακτη πνευματική μονάδα που άσκησε ορμητικό, βίαιο έλεγχο στην κοινωνία της εποχής της, της οποίας οι πολλές ομοιότητες με την εκάστοτε σημερινή δεν είναι, ασφαλώς, διόλου τυχαίες.
Η αριστοκρατική καταγωγή της χρυσοβιβλικής οικογένειας Τυπάλδου-Λασκαράτου προδιέγραψε, οπωσδήποτε, σε μεγάλο βαθμό, σύμφωνα και με όσα γράφει ο επιμελητής στην πυκνή και εύστοχη Εισαγωγή τής ανά χείρας έκδοσης, την αντίθεσή του τόσο στον ριζοσπαστισμό (που επεδίωκε την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα – επιδίωξη άκαιρη και επιζήμια κατά τον συμπαθούντα το αγγλικό καθεστώς Λασκαράτο) όσο και στον σοσιαλισμό.
Ωστόσο, ούτε ο κοινωνικός συντηρητισμός ούτε η πουριτανική ηθικολογία του (συγγενής ως προς την έννοια της αρετής με την αντίστοιχη του Ανδρέα Κάλβου, καθηγητή του στην Ιόνιο Ακαδημία) εμπόδισαν τον Ανδρέα Λασκαράτο να υιοθετήσει πολύ προοδευτικές για την εποχή του ιδέες αναφορικά με τη μόρφωση των γυναικών (αλλά και του κλήρου), τις σχέσεις των δύο φύλων, τα δικαιώματα των παιδιών ή τον στενόμυαλο εθνικισμό.
Παράλληλα, εμπνεύστηκε από τη σοφή λαϊκή παράδοση και τίμησε τη δημοτική γλώσσα· πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει διαφορετικά, δεδομένης της γόνιμης επαφής του με τον Διονύσιο Σολωμό, στον οποίο ο νεαρός Λασκαράτος εμπιστευόταν τα πρωτόλειά του. Και όταν αργότερα δικηγόρησε για ένα διάστημα στο Ληξούρι (επάγγελμα που δεν έμελλε να ακολουθήσει), χρησιμοποιούσε πεισματικά την ελληνική αντί της, επίσημης τότε γλώσσας των επτανησιακών δικαστηρίων, ιταλικής, παρότι τέλειος κάτοχός της.
Η επίσημη εμφάνισή του στον πεζό λόγο (είχε προηγηθεί η πρώτη του ποιητική συλλογή) με το περίφημο, θαρραλέο, στοχαστικό και μαχητικό συνάμα «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» (1856), που μαστίγωνε τα θρησκευτικά και κοινωνικά άτοπα, στάθηκε και η απαρχή των πολυετών περιπετειών του: δύο διαδοχικοί αφορισμοί, πρώτα από τον μητροπολίτη Κεφαλληνίας και σχεδόν αμέσως μετά από τον Ζακύνθου, οι οποίοι ήρθησαν μόλις έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, προσωρινή φυγή στο εξωτερικό, καταδρομές, δίκες· ενδεικτικές της σκληρότητας και του εύρους των περιπετειών του είναι οι περιγραφές περιστατικών κατά τα οποία ο εξημμένος όχλος τον λοιδορούσε και τον προπηλάκιζε, ενώ και μεμονωμένοι συμπολίτες του, χαμάληδες της αγοράς ή του λιμανιού, τον έφτυναν στο πρόσωπο.
Το 1859, ο Λασκαράτος άρχισε να εκδίδει ως «Εφημερίδα Οικογενειακή» τον «Λύχνο», κάποια δημοσιεύματα στον οποίο του κόστισαν τέσσερις μήνες φυλάκισης, αλλά για άλλη μία φορά η ορμή του δεν αναχαιτίστηκε: επανεξέδωσε την εφημερίδα ως «Λυχνιές» και, μάλιστα, με νέο, πολεμικό, προσανατολισμό. Την εφημερίδα αυτή ο ίδιος (όπως παραθέτει στην «Εισαγωγή» της έκδοσης «Τα Ποιήματα»/ 1981, ο Εμμανουήλ Ι. Μοσχονάς) τη θεωρούσε «εξακολούθηση» των «Μυστηρίων της Κεφαλονιάς».
Για το θεωρούμενο σημαντικότερο έργο του, «Ιδού ο άνθρωπος ή Ανθρώπινοι Χαρακτήρες» (δεύτερο στον παρουσιαζόμενο τόμο – ακολουθούν οι «Στοχασμοί») ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν επιφυλακτικός, όπως διαπιστώνεται στην «Αυτοβιογραφία» του: «Εσύνταξα καθέναν απ’ αυτούς [τους χαρακτήρες] πάρα πολύ γρήγορα και τες περσότερες φορές χωρίς νάχω ζωντανό πρότυπο υπ’ όψη μου, εξ αιτίας της υπερβολικά περιορισμένης κοινωνίας μας. Ετσι δεν έχω μεγάλη εμπιστοσύνη σ’ αυτή την εργασία και δεν την θεωρώ καθόλου αξιέπαινη».
Η απόφανση της κριτικής είναι, βέβαια, διαφορετική, κάτι που επιβεβαιώνεται και στο συνταχθέν από τους Χρήστο Τερέζη και Ιωάννα Στρεπέλια «Επίμετρο» της ανά χείρας έκδοσης, ερευνητικό αντικείμενο του οποίου αποτελεί η εξέταση του «Ιδού ο άνθρωπος» ως αντιπροσωπευτικού δείγματος του λογοτεχνικού είδους της «χαρακτηρογραφίας», εισηγητής της οποίας λογίζεται ο μαθητής του Αριστοτέλη Θεόφραστος · η ως άνω εκτενής εξέταση είναι διατιτλική και ευρύτερα διακειμενική, ενώ μελετά τους «Χαρακτήρες» ως δημιουργήματα συνιστώντα μόνον εν μέρει αισθητικά αντικείμενα, ταυτόχρονα ψυχογραφικά και ηθογραφικά, απτόμενα, επιπλέον, των αρχών της κοινωνιολογικής επιστήμης.
Οι 180 αριθμημένοι «Στοχασμοί» του Ανδρέα Λασκαράτου εκδόθηκαν (1921) μετά τον θάνατό του, από τον εκδότη του περιοδικού «Νουμάς» Δημήτρη Ταγκόπουλο, αν και ήταν έτοιμοι από το 1884, όταν, ευρισκόμενος ο συγγραφέας τους στην Αθήνα, για μια διάλεξη στον φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», τους είχε αποστείλει στον Σύλλογο «Βύρων», από τον οποίο είχε ψηφιστεί ως επίτιμο μέλος. Στην πρώτη σελίδα του χειρογράφου, κάτω από τον τίτλο, ο Ανδρέας Λασκαράτος είχε σημειώσει: «Κάθε άλλο μου σύγγραμμα/ είναι απλώς μόνον σύγγραμμά μου·/ οι ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ μου όμως είμαι εγώ».
«Ο Λασκαράτος», έγραφε ο Κωστής Παλαμάς, «είναι πολύ περισσότερον πολεμιστής ή όσον είναι ποιητής» – και με τον όρο «ποιητής» εννοείται η εν γένει λογοτεχνική ποιότητά του. Αλλά, ένας πολεμιστής του λόγου και της πράξης, στον βίο και στο έργο του, είναι πάντοτε μια αχτίδα ελπίδας στους δύσκολους καιρούς, κυρίως σε καιρούς φαινομενικής ειρήνης… Η δύναμη και η ορμή του, η εγρήγορση και το προσωπικό του παράδειγμα, που, με όχημα την τέχνη, κυλούν μέσα στο ρεύμα της νεοελληνικής συνείδησης, είναι απολύτως αναγκαία έως αναντικατάστατα.
