«Ο Κουρτ δεν ήξερε να κάνει τίποτα πια. Δεν ήξερε να μιλήσει, δεν ήξερε να βουρτσίσει τα δόντια του […] Ο Αλεξάντερ σκέφτηκε ότι το μόνο πράγμα που ήξερε ο Κουρτ, αυτό που έκανε ακόμα από μόνος του, αυτό για το οποίο πραγματικά ενδιαφερόταν και για το οποίο χρησιμοποιούσε τα τελευταία απομεινάρια της πονηριάς του ήταν να τρώει […] Η λαιμαργία με την οποία έτρωγε ο Κουρτ […] δεν ήταν τίποτε άλλο παρά θέληση για επιβίωση. Αυτό ήταν το τελευταίο που είχε απομείνει στον Κουρτ […] Ο Κουρτ είχε επιβιώσει όλων. Είχε επιβιώσει της Ιρίνα.
Και τώρα υπήρχε η σοβαρή πιθανότητα να επιβιώσει ακόμα και του ίδιου του Αλεξάντερ», διαπιστώνει διά χειρός Ρούγκε ο γιος, ο Αλεξάντερ, που ξέρει ότι ο πατέρας του πάσχει από μη Ηodgkin λέμφωμα, αργής, εκφυλιστικής ανάπτυξης, και ο ίδιος μόλις έχει πληροφορηθεί ότι πάσχει από καρκίνο. Πρόκειται για την πολυτάραχη ιστορία μιας οικογένειας από την Ανατολική Γερμανία από τα χρόνια της εξορίας των μελών της κατά τη δεκαετία του 1940 μέχρι την Πτώση του Τείχους, εν ολίγοις της οικογένειας του συγγραφέα, σε διάρκεια 50 χρόνων, πρόκειται, όμως, και για το όραμα της ουτοπίας των σοσιαλιστικών χωρών, της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, και για το φως που όλο και λιγόστευε, ώσπου το 1989 ήταν «σαν κατέβασμα στην τσουλήθρα, σαν μια βόλτα με το τραμ. Ενώ είχαν συμβεί τόσα πράγματα… ή μήπως όχι;».
Πράγματι, ο Ρούγκε γεννήθηκε το 1954 στην πόλη Σόσβε στα Ανατολικά Ουράλια, όπως και ο ήρωας του βιβλίου του, ο Αλεξάντερ. Στον γενέθλιο τόπο ο κομμουνιστής πατέρας είχε εξοριστεί από τους ναζί. Επιστρέφει το 1958 στο Ανατολικό Βερολίνο, για να βοηθήσει με όλες του τις δυνάμεις στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής πατρίδας, ύστερα από την εξορία στο Μεξικό. Ο γιος, ο Κουρτ, μετανάστευσε στη Μόσχα σε νεαρή ηλικία και εκτοπίστηκε από τους Σοβιετικούς σε γκούλαγκ ως Γερμανός.
Επιστρέφει κι εκείνος με τη Ρωσίδα γυναίκα του, την ωραία Ιρίνα, γεμάτος ελπίδες για την ανοικοδόμηση της ΛΔΓ, αλλά δεν αργεί να νιώσει ασφυκτικά στον τόπο που οι παππούδες και οι γονείς του είχαν επιλέξει ως πατρίδα, με τη μελαγχολία να δίνει τον τόνο στην καθημερινότητα, μια «αριστερή μελαγχολία», για να προσφύγουμε στον Ενζο Τραβέρσο. Την ημέρα που ο παππούς, χτυπημένος από τη νόσο, γιορτάζει τα ενενηκοστά του γενέθλια, ο εγγονός αποφασίζει να φύγει για τη Δύση, το Μεξικό, σε αναζήτηση των τόπων όπου έζησαν η γιαγιά του Σαρλότε, ο Βίλχελμ, δεύτερος άντρας της και παππούς του Αλεξάντερ, εργάτης, απόλυτα πιστός στις κομματικές επιταγές.
Στη ΛΔΓ το κλίμα είναι καταθλιπτικό, οι άνθρωποι καχύποπτοι, αισθάνονται να ζουν σαν σε διατεταγμένη υπηρεσία, εν απουσία πολιτικής πρακτικής, αφού «η πολιτική γεννιέται μέσα στην πολλαπλότητα και τη σύγκρουση, οι διαιρέσεις είναι αναπόσπαστο στοιχείο της και μόνο όταν βαθαίνουν οι αντιθέσεις μπορεί να αναδεικνύονται πιο καθαρά τα στοιχεία εκείνα που διαμορφώνουν τις αναγκαίες συναινέσεις, χωρίς τις οποίες επίσης η πολιτική δεν υφίσταται», για να ακούσουμε τη λέξη του Γιάννη Μπαλαμπανίδη.
Εξάλλου, ο ίδιος ο Ρούγκε ήταν σαφής, όταν είχε παρουσιάσει την πρώτη έκδοση του πολυφωνικού μυθιστορήματός του το 2013 στο Ινστιτούτο Γκέτε: «Η ΛΔΓ, από την κορφή ώς τα νύχια, ήταν μια χώρα ακινησίας και στάσιμων υδάτων», όπου το μόνο που ήταν απαραίτητο να ξέρει κάποιος ήταν να επισκευάζει το αυτοκίνητό του και να κάνει σεξ, πράξη «αντιεξουσιαστική» –το χιούμορ λειτουργεί σε όλο το βιβλίο αντιστικτικά στη δύστηνη πραγματικότητα–, επιτηρούμενος από όλους όσοι παρακολουθούσαν «τις ζωές των άλλων». «Ηταν σαφές ότι τα δώδεκα χρόνια πριν από την Πτώση […] φαίνονταν δυσανάλογα μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας απ’ ό,τι τα δώδεκα χρόνια μετά», σημειώνει ο Ρούγκε σχεδόν ευθύς εξαρχής, γι’ αυτό, άλλωστε, η μόνη ημερομηνία που με σαφήνεια καταγράφεται στο ανά χείρας είναι η 2α Οκτωβρίου 1989.
Επομένως, δεν είναι προς παραξενισμόν ότι η σύνθεση του Ρούγκε εκκινεί από το 2001, με τον χρόνο να κόβει για να μοιράσει ο θάνατος, αλλά να μας υπενθυμίζει ότι η ιδέα της προόδου παραμένει ζωντανή στον βαθμό που είναι πληθυντική.
