Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ποιο είναι το εύρος της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης; Δεν εξαντλείται στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο; Διαβάσαμε ότι ο ΥΠΕΞ κ. Δένδιας ολοκλήρωσε στις 13 Ιανουαρίου την πολλοστή περιοδεία του σε κράτη της Αφρικής στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας αντιρρόπησης της αυξανόμενης επιρροής της Τουρκίας στην Αφρική, «ως ανάχωμα» στην τουρκική διείσδυση στην Αφρική», όπως χαρακτηρίστηκε («Καθημερινή» 14/1/2023). Οπως αναφέρει ο «Economist», η Τουρκία έχει 43 διπλωματικές αποστολές στην Αφρική, το εμπόριο με την ήπειρο αγγίζει τα 30 δισ. δολάρια, με τα 11 από αυτά να αφορούν συναλλαγές με υποσαχάριες χώρες.

Εξάγει τα μη επανδρωμένα Bayraktar TB2 αλλά και τα εκπαιδευτικά Hurkus, ενώ από το Σαχέλ έως τη Σομαλία, όπου ο τουρκικός στρατός διατηρεί στρατιωτική βάση και κέντρο εκπαίδευσης, τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις αποτελούν ολοένα και πιο συχνά στοιχείο των πεδίων μαχών. Αλλά πριν καν επιστρέψει ο κ. Δένδιας αναχώρησε και πάλι στις 24 Ιανουαρίου για την Αφρική, πραγματοποιώντας σύμφωνα με ανακοίνωση του ΥΠΕΞ το έβδομο ταξίδι του στην υποσαχάρια περιοχή. Ολα αυτά λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της γαλλοτουρκικής αντιπαράθεσης στην Αφρική, ιδιαίτερα στο Σαχέλ και στις γαλλόφωνες περιοχές. Εμείς γιατί παρεμβαίνουμε; Εχουμε ερείσματα εκεί; Αποτελούμε «ουρά» της γαλλικής πολιτικής στην αντιπαράθεσή της με την Τουρκία;

Αυτό προβλέπει η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία; Τα εθνικά μας συμφέροντα αγγίζουν και την υποσαχάρια περιοχή; Μήπως φτάνουν και έως την Κεντρική Ασία, στο Καζακστάν ή στον Καύκασο στην Αρμενία, την οποία επισκέφτηκε ο κ. Δένδιας ακολουθώντας κατά πόδας την κ. Πελόζι, σε αντιπαράθεση με την Τουρκία που υποστηρίζει το Αζερμπαϊτζάν; Τελικά πού αποβλέπει αυτή η κλιμάκωση της όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε περιοχές όπου δεν διακυβεύονται ελληνικά συμφέροντα;

Δεν είναι άξιον απορίας που η Ουάσινγκτον αντί να διαμεσολαβεί ειρηνικά ανάμεσα σε Ελλάδα – Τουρκία ασκώντας την επιρροή της, αντίθετα υποδαυλίζει την ένταση και την απειλή μιας καταστροφικής σύγκρουσης με σύγχρονα όπλα αποκομίζοντας παράλληλα μεγάλα οικονομικά οφέλη; Γιατί υιοθετεί αυτή τη στάση; Διότι, πέραν του οικονομικού οφέλους, η ένταση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο της δίνει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει και να αξιοποιεί τις δύο χώρες κατά περίπτωση ως εφαλτήριο των επιδιώξεών της στην ευρύτερη περιοχή. Αξιοποιεί την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετατρέποντας τη χώρα σε αμερικανική βάση με προεξάρχουσα την Αλεξανδρούπολη, με αντιστάθμισμα τη δήθεν προστασία της Θράκης από την τουρκική επιβουλή.

Η ιστορική εμπειρία θα έπρεπε να μας έχει πείσει ότι η άσκηση ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής από μια χώρα που είναι «δεδομένη», που εναποθέτει δηλαδή την προστασία των εθνικών συμφερόντων της σε μια ισχυρότερη δύναμη και παραδίδεται άνευ όρων σε αυτή, είναι αδύνατη. Διότι οι μεγάλες δυνάμεις υποδαυλίζουν τις διενέξεις για να διεισδύουν στην ευρύτερη περιοχή. Κυρίως διότι θεωρούμε ότι τα εθνικά μας συμφέροντα συμπλέουν με τα συμφέροντα των ισχυρών.

Επειδή όμως οι σχέσεις αυτές είναι ετεροβαρείς (όπως Ελλάδας – ΗΠΑ, Ελλάδας – Γαλλίας ή Γερμανίας), οι εξελίξεις δεν οριοθετούνται εκεί όπου εκπληρώνονται τα εθνικά μας συμφέροντα αλλά των ισχυρών, γι’ αυτό συνήθως είναι καταστροφικές ή αδιέξοδες. Και για έναν πρόσθετο λόγο. Διότι από ένα σημείο και πέρα τα συμφέροντα των ισχυρών είναι ανταγωνιστικά και ως αδύναμη χώρα εμπλέκεσαι στη δίνη τους (Μικρασιατική Καταστροφή). Για αυτούς τους λόγους η εξωτερική πολιτική που ασκεί η Αθήνα είναι αντιφατική σε σημείο ώστε να διερωτάσαι πότε εξυπηρετούνται τα εθνικά μας συμφέροντα. Στην περίπτωση της εθνικής μας ευαισθησίας που εξαντλείται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ή της ανοχής στον εκπατρισμό των ομοεθνών μας της Β. Ηπείρου από μια ανύπαρκτη στρατιωτικά χώρα, την Αλβανία;

Διότι στην πρώτη περίπτωση η απειλή έχει δυνητικό χαρακτήρα, ενώ στη δεύτερη όχι μόνο είναι υπαρκτή, αλλά έχει δημιουργήσει και τετελεσμένα με τη δραματική απομείωση της ελληνικής μειονότητας και τη συνεχιζόμενη επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των εναπομείναντων ομοεθνών μέχρι την πλήρη εξαφάνισή της. Τα εθνικά μας συμφέροντα υπηρετούνται με τον εναγκαλισμό του Κοσόβου από την Αθήνα (πέντε φορές σε ενάμιση χρόνο επισκέφτηκε ο κ. Δένδιας την Πρίστινα), με την αναβάθμιση των σχέσεών μας και την υποστήριξη της υποψηφιότητάς του για ένταξη στο Συμβούλιο της Ευρώπης ή με την καταγγελία της ψευδεπίγραφης Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου ως προϊόν εισβολής και κατοχής; Διότι η πολιτική μας έναντι του Κοσόβου αναιρεί την πάγια θέση μας στο Κυπριακό.

Τα εθνικά μας θέματα οδηγούνται σε όξυνση ή σε αδιέξοδα με την απώλεια των ερεισμάτων τους, διότι εμπλέκονται με τα συμφέρονται ισχυρότερων δυνάμεων που αναδεικνύονται σε υποβολείς τους. Η «διπλωματία των σεισμών», που ξαφνικά επανέκαμψε ως ευκαιρία με τον τρομακτικό σεισμό στην Τουρκία, ανοίγει διαύλους συνεννόησης ανάμεσα σε Αθήνα και Αγκυρα για επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων με διμερείς διαπραγματεύσεις στη βάση του Διεθνούς Δικαίου με προσφυγή στη Χάγη μακριά από τη μέγκενη των υποβολέων μας. Θα αξιοποιηθεί;

*Πολιτικός μηχανικός