«Να κόψω το τσιγάρο», «να χάσω κιλά», «να κάνω γυμναστική», «να περνώ περισσότερο ποιοτικό χρόνο με τα αγαπημένα μου πρόσωπα», «να τα βγάζω πέρα καλύτερα» και τελειωμό δεν έχουν αυτοί οι στόχοι. Στις περισσότερες των περιπτώσεων ουδέποτε τηρούνται.
Ερευνες έχουν καταγράψει ότι το πολύ μέχρι αρχές με μέσα Φεβρουαρίου περίπου το 80% των ανθρώπων έχουν ήδη εγκαταλείψει την προσπάθεια. Πολλώ μάλλον εάν οι στόχοι ήταν ανεδαφικοί και η υλοποίησή τους θα υπαγόρευε να ξυπνήσει κανείς πραγματικά άλλος άνθρωπος την πρώτη ημέρα του έτους.
Ετσι σε περίπου μία εβδομάδα από τώρα έρχεται και η ημέρα που οι συμπεριφοριστές πια ονομάζουν «Ημέρα Πτώσης από το Βαγόνι» στη σκληρή πραγματικότητα. Για κάποιους γίνεται με τη συναντίληψη ότι η αλλαγή συνηθειών ή και κοσμοθεωρίας δεν προϋποθέτει χρονικό ορόσημο, αλλά μικρά βήματα, συνεχή προσπάθεια, θέληση και πείσμα. Ιδανικά δε με πιο ενισχυμένη «δόση» ανιδιοτέλειας στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, όπου η αβεβαιότητα «καταπίνει» την ελπίδα και τα «βουνά» των προβλημάτων θρέφουν το «εγώ».
Κάτι που λίγο-πολύ ισχύει από τον καιρό της πρώτης καταγεγραμμένης χρήσης του όρου «αποφάσεις για το νέο έτος» σε μια εφημερίδα της Βοστόνης πίσω στο μακρινό 1813.
Ηταν περίπου την ίδια εποχή που ένα ιρλανδικό περιοδικό, το Walker’s Hibernian Magazine, σατίριζε αυτή την οιονεί παράδοση προτείνοντας στους γιατρούς να αποφασίσουν «να είναι πολύ πιο “μαζεμένοι” στις αμοιβές τους» και στους πολιτικούς να «μην έχουν άλλο στόχο από το καλό της χώρας τους». Επίκαιρο μέχρι και στις μέρες μας.
