Φέτος (2023) συμπληρώνονται 100 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης. Με τη συνθήκη αυτή ρυθμίστηκαν οι σχέσεις των δύο ανεξαρτήτων εθνικών κρατών, της Ελλάδας και της Τουρκίας, επί έναν αιώνα. Στην εποχή μας κατά το πρώτο ήμισυ του εικοστού πρώτου αιώνα, οι καταστάσεις και τα πράγματα εν γένει στις σχέσεις των δύο κρατών έχουν αλλάξει ριζικά.
Στο κείμενό μου αυτό (το οποίο θα ήθελα να διαβαστεί ως εισαγωγή στο κείμενο του μαθητή που ακολουθεί) εξετάζω κατά σειρά τρία πράγματα: πρώτον, ποιο είναι το νέο πραγματολογικό πλαίσιο της εποχής μας, σχετικά πάντοτε με τις σχέσεις Αθήνας και Αγκυρας. Δεύτερον, ποιοι είναι αυτοί που διαβουλεύονται και τελικά αποφασίζουν και τρίτον, εάν τα υπό συζήτηση ζητήματα στις σχέσεις Αθήνας-Αγκυρας μπορούν να επιλυθούν με πολιτικό διάλογο, ο οποίος θα καταλήξει στη Χάγη.
Οσον αφορά το πρώτο ζήτημα του νέου πραγματολογικού πλαισίου, αξίζει να τονιστούν τα εξής: Υστερα από έναν αιώνα εθνικού αυτοπροσδιορισμού και για τα δύο κράτη, η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου αναδεικνύεται πεδίο («τόπος» θα έλεγα) όπου Αθήνα και Αγκυρα μπορούν να συνεργαστούν.
Επιβάλλεται από τα ίδια τα πράγματα και οι δύο πρωτεύουσες να αντιληφθούν ότι είναι προς το συμφέρον και των δύο λαών και των δύο κοινωνιών να προβούν σ’ έναν νέο επαναπροσδιορισμό των εθνικο-πολιτικών προτεραιοτήτων τους. Δεν είναι δυνατόν Αθήνα και Αγκυρα να αντιμάχονται η μία την άλλη στο κλασικό πλαίσιο της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού αυτοπροσδιορισμού, όταν η οικονομία (π.χ. επενδύσεις, βιομηχανία, εμπόριο, τουρισμός κ.ά.) έχει αποκτήσει το «πρώτο χέρι». Τα νέα πραγματολογικά δεδομένα της εποχής μας μπορούν να συνοψιστούν σε τρία σημεία: πρώτον, η κλασική ιδέα της εθνικής ταυτότητας έχει αντικατασταθεί από την επικοινωνιακή ιδέα (διαβουλεύσεων και συνεννοήσεων) του σύγχρονου εθνικού αυτοπροσδιορισμού.
Αυτή η επικοινωνιακή ιδέα της εθνικής ταυτότητας διαγιγνώσκει ότι το οικονομικό πράττειν λειτουργεί αποτελεσματικά υπέρ της ευημερίας των λαών και των κοινωνιών. Το δεύτερο πραγματολογικό δεδομένο το οποίο μπορούν να αξιοποιήσουν Αθήνα και Αγκυρα είναι το εξής: το οικονομικό στοιχείο σε συνδυασμό με τη νέα επικοινωνιακή ιδέα περί ταυτότητας ορίζουν την εκατέρωθεν εθνικο-πολιτική επιχειρηματολογία.
Τέλος, το τρίτο σημείο έχει να κάνει με τη γεωστρατηγική μετατόπιση που έχει συντελεστεί στις σχέσεις Αθήνας-Αγκυρας. Το πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν είναι το έδαφος της βαλκανικής ενδοχώρας. Σήμερα οι σχέσεις αυτές ορίζονται ως οικονομικές δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Τηλεγραφικά τονίζω τα εξής με τα άλλα δύο ζητήματα του διαλόγου: ποιοι διαβουλεύονται και τι πρέπει να γίνει με τη Χάγη. Εννοείται πως στις διαβουλεύσεις που θα ξεκινήσουν αμέσως μετά τις εκλογές (που θα γίνουν στην Αθήνα και την Αγκυρα περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα) συμμετέχουν οι πολιτικές ηγεσίες των δύο κρατών, οι διπλωματικές υπηρεσίες, αλλά προπάντων ο «λαός» με τη συνταγματική έννοια του όρου. Δηλαδή οι κοινωνίες μας, η ελληνική και η τουρκική. Η καθεμία με τους στόχους και τις επιδιώξεις της. Με μία όμως επιφύλαξη: στον διάλογο δεν μπορούν να συμμετέχουν οι πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές, επειδή εκεί συνωστίζονται πολιτικοί αναλυτές ή ειδικοί εμπειρογνώμονες οι οποίοι απηχούν το απαρχαιωμένο πνεύμα της κλασικής εθνικής ταυτότητας.
Ως επίλογο σ’ αυτό το εισαγωγικό σημείωμά μου γράφω το εξής: Η Αθήνα μπορεί η ίδια, έπειτα από έναν εμπεριστατωμένο διάλογο με την Αγκυρα, να προτείνει τον «δρόμο προς τη Χάγη». Ούτως ή άλλως η ίδια η πραγματικότητα δείχνει πως ο «δρόμος για τη Χάγη» είναι μονόδρομος και για τα δύο κράτη. Τέλος, παρακαλώ τους αναγνώστες μας να διαβάσουν το κείμενο του Ανδρέα Δημητρέλια. Είναι μαθητής της Β’ Λυκείου στο Πυθαγόρειο Σάμου και όσα γράφει εκφράζουν τις αγωνίες και τις ελπίδες χιλιάδων μαθητών στην ελληνική επικράτεια. Σε ποιον άραγε κόσμο ελληνοτουρκικών σχέσεων θα ζήσουν αυτά τα παιδιά, οι μαθητές, οι έφηβοι, οι φοιτητές κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα; Θα ζήσουν σε καθεστώς φονταμενταλισμού μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας; Ή θα ζήσει η νέα γενιά της Ελλάδας απελευθερωμένη από τον φονταμενταλιστικό εθνικισμό των περασμένων αιώνων (19ος και 20ός αιώνας); Την απάντηση στο άρθρο του μαθητή θα τη δώσει η ίδια η πολιτική ηγεσία της χώρας μας. Η κραυγή αγωνίας του Ανδρέα Δημητρέλια μάς αγγίζει όλους μας, δηλαδή και τους Ελληνες και τους Τούρκους.
*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
