Τρέχουμε στάσιμοι. Κουραζόμαστε ακίνητοι. Μας προλαβαίνουν τα μεγάλα γεγονότα και σκεπάζουν τα μικρά της κάθε στιγμής. Μοιάζει σαν να προσπαθούμε να μεταλλάξουμε τον χρόνο σε νόμισμα ζωτικής συναλλαγής. Και έτσι είναι: αυτή ακριβώς η «νομισματικοποίηση» είναι που λείπει από την πολιτισμική και κοινωνική πραγματικότητα, από τα νοητικά λογιστήρια και τις καθημερινές διανοητικές επιχειρήσεις απώθησης της ανασφάλειας.
Ο κόσμος όμως δεν άλλαξε επειδή μετά τα μνημόνια ήρθε η πανδημία, αλλά και ένας πόλεμος που άλλαξε τα παγκόσμια ενεργειακά δεδομένα. Ο κόσμος άλλαξε πρώτα εντός μας. Ο ψυχικός μας πλανήτης είναι που έχει μεταλλαχθεί: από τη νευρωτική πολυπραγμοσύνη περάσαμε ταχύτατα στην εμμονική αναμονή για το μεγάλο κακό. Περάσαμε βίαια στην παρατεταμένη και καθηλωτική συμμόρφωση με την κανονικότητα της βιοπολιτικής, της κρίσης, της ακρίβειας και των χαμηλών εισοδημάτων για τους πολλούς. Οι οικονομίες έπαψαν να είναι υπάκουες στις ατομικές επιλογές καταναλωτών και παραγωγών: αυτο-αναφέρονται στο ευρύτερο σημειοκαπιταλιστικό σύστημα. Είναι δυνητικές αναπαραστάσεις τα γεγονότα, λειτουργούν ως σημεία και σύμβολα που προβάλλονται από την ηγεμονική κυριαρχία των γεωπολιτικών ανταγωνισμών.
Με απλά λόγια: Ο μικρόκοσμος του καθενός, αυτός μιας οικογένειας, μιας επιχείρησης, αλλά και της κάθε χώρας, υπακούει στον μακρόκοσμο του διεθνούς συστημικού δυναμικού. Η εποχή της «συγκινδύνευσης» (Nasim Taleb) μας κάνει να νιώθουμε απροστάτευτοι αλλά και εγκλωβισμένοι στο μηχανικό αυτόματο της Ιστορίας. Πλέον, η σύλληψη της ιστορικο-κοινωνικής πραγματικότητας έχει μετασχηματιστεί ως φοβικό ένστικτο.
Αυτό το φαινόμενο διεισδύει στις κοινωνικο-οικονομικές δομές βίαια, αποδιαρθρώνει και αποσυντονίζει τόσο τις συνθήκες υποκειμενοποίησης όσο και τη βούληση για συλλογικότητα, την ανθρώπινη ροπή για «κοινωνία». Και, κυρίως, αυτό το θεατρικό σκηνικό μπαίνει στις τσέπες και στα ταμεία, απεικονίζεται στους τζίρους και στους λογαριασμούς.
Γι’ αυτό και παρά την απειλή των πυρηνικών από τον Πούτιν οι οθόνες μας εκπέμπουν κάτι από συνηθισμένες ταινίες που έχουν ως σενάριο το διαρκές χάος (ή μάλλον κάτι από τη σταθερή ανισορροπία της χαοτικής αταξίας). Το έδαφος όμως κάτω από τα πόδια μας δεν ήταν ποτέ στέρεο στην πραγματικότητα.
Καιρό τώρα άτομα και κοινωνίες αναμένουμε καθηλωμένοι τη «μεγάλη επανεκκίνηση». Και αποφεύγουμε να ψάξουμε ποιες τεκτονικές μετατοπίσεις γίνονται στη βάση του εποικοδομήματος. Ηγεμονεύει μια παθητική αναμονή (σχεδόν ως μεταφυσική αναζήτηση): ο νους συνηθίζει στην ανασφαλή θεώρηση του μέλλοντος επειδή δεν έχει επιτρέψει να εισχωρήσει στη σκέψη του η περιγραφή της συστημικής αστάθειας.
Εξάλλου «δεν υπάρχει πια χειμερινό ανάκτορο να καταληφθεί», όπως έγραψε πριν από κάποια χρόνια ο Saul Newman. Κάποιοι επιμένουν να απαισιοδοξούν επειδή αρέσκονται στην καταστροφολογία. Και κάποιοι άλλοι παρουσιάζουν την κατάσταση, όπως κάθε συστημική κρίση εξάλλου, ως ευκαιρία μετασχηματισμού και ως μια μεταβατική φάση της ανθρωπότητας σε καλύτερα επίπεδα ευημερίας.
Πάντα όμως το ακραίο κρύβεται καλά πίσω από τις κουίντες της πραγματικότητας. Και κάπου στο ενδιάμεσο μεταξύ πεσιμισμού και αισιοδοξίας κρύβεται το σημείο ισορροπίας στο συλλογικό ασυνείδητο για τις προβολές του μέλλοντος. Το σίγουρο είναι ότι δεν έχουμε ακριβώς κατανοήσει ποια όρια έχει ακουμπήσει το αναγκαίο πατερναλιστικό δίχτυ ασφαλείας που απλώθηκε στις κοινωνίες. Δεν έχουμε αφομοιώσει το θεσμικό ασφάλιστρο κινδύνου που μας παρέχεται από το συλλογικό υποκείμενο «κράτος». Αυτό που σίγουρα έχουμε αντιληφθεί ως υποκείμενα και κοινωνίες είναι ο επαναπροσδιορισμός της αξίας του ανθρώπινου μόχθου. Παρά τις καλά κρυμμένες αιτίες της ριζικής ανισορροπίας στο μεγάλο φόντο της ζωής μας…
* Οικονομολόγος
