Για δύο ακόμη ημέρες , σήμερα Σάββατο και αύριο Κυριακή, η σιδερένια σκάλα, ένα εμβληματικό σημείο του Λυκαβηττού θα μετατραπεί στο «θέατρο», όπου ξετυλίγεται μια ερωτική ιστορία. Μία αφήγηση για την φθορά, το ιδανικό, το ανέφικτο, για την ουτοπία που συγκρούεται με την πραγματικότητα, βασισμένη πάνω στο άγνωστο έργο της Λιλής Ζωγράφου «Πού έδυ μου το κάλλος».
Η σύλληψη και η εκτέλεση ανήκει στην Ράνια Καπετανάκη και με αφορμή τις δύο νέες παραστάσεις κάναμε μια κουβέντα για τη σύνδεση ενός τόσο παλιού έργου με τη σύγχρονη εποχή, την πατριαρχία και τα στερεότυπα που συνεχίζουν να δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας για τις γυναίκες.
Πού έδυ μου το κάλλος λοιπόν. Ένα εξαντλημένο και άγνωστο έργο που δανείζεται τον τίτλο του από τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής. Πώς συνδέεται με το έργο της Λιλής Ζωγράφου και τη δική σας παράσταση?
Ακριβώς. Πού έδυσου το κάλλος; Πού έδυσε η ομορφιά σου; ρωτάει η Παναγία το Χριστό την ημέρα της ταφής του, τη Μ. Παρασκευή. Πού χάθηκε η δική της ομορφιά αναρωτιέται και η Μαρία, η ηρωίδα του έργου της Ζωγράφου, λίγο πριν να απομονωθεί από τον κόσμο. Η ομορφιά της που θάμπωνε τον ήλιο, όπως λέει γι΄αυτήν ο Φραντς, ο αγαπημένος της, ο Γερμανός στρατιώτης που ερωτεύτηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και που τον έχασε όταν τα ελληνικά εδάφη απελευθερώθηκαν.
Μια σχέση που βλάστησε πάνω στην ομορφιά, στη νεότητα, αλλά δεν πρόφτασε να ανθίσει. Ένας έρωτας που δεν πρόλαβε να βιωθεί, δύο άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να γνωριστούν,που το ελάχιστο που τους συνέδεε ήταν το κάλλος και η φρεσκάδα των νεαρών σωμάτων. Όταν αυτό χάνεται, όταν η Μαρία αρχίζει να γερνάει, όταν εκείνος επιστρέφει τριάντα χρόνια μετά τον βίαιο αποχωρισμό τους, εκείνη δεν ξέρει πώς να τον αντικρύσει, ξένη απέναντι σε έναν ξένο, άγνωστη μπροστά σε έναν άγνωστο.
Στην παράσταση παρακολουθούμε αυτή ακριβώς την πορεία των τριάντα χρόνων από τη χυμώδη νιότη στο στερημένο από χαρά και απολαύσεις γήρας.
Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια ρομαντική, ερωτική ιστορία; Ενδιαφέρει ένα τέτοιο θέμα την εποχή μας και γιατί;
Θα αδικούσε το έργο της Ζωγράφου μια τέτοια προσέγγιση. Πράγματι είναι μια ερωτική ιστορία, με όλους τους επιπλέον συνειρμούς και ερωτήματα που ανέφερα νωρίτερα. Η γραφή όμως της συγγραφέως δεν επιτρέπει στο κείμενο να γίνει μελό. Ίσως γιατί επιλέγει να μην μιλήσει ποτέ ευθέως για το συναίσθημα της ηρωίδας. Το ρόλο αυτό επιτελούν οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας που παρεμβάλλονται στο κείμενο και μεταφέρουν με συμβολικό τρόπο το συναισθηματικό φορτίο της Μαρίας.
Παρόλα αυτά, οφείλω να ομολογήσω ότι όσο δουλεύαμε την παράσταση είχα μεγάλη αγωνία να κρατηθεί αυτή η ισορροπία και προσπάθησα πολύ να την προστατεύσω. Και ότι το καλοκαίρι, στις διακοπές πια, επανήλθε το ερώτημα γιατί ενώ άλλα στοιχεία με έλκουν στο θέατρο επέλεξα ένα κείμενο τόσο στην κόψη του συναισθηματισμού.
Και για να μην μακρηγορήσω θα σας πω πού κατέληξα. Μέσα στο κλίμα αποστασιοποίησης και κυνισμού που επέβαλαν η πανδημία και η διαχείρισή της, όταν στερηθήκαμε τη συναναστροφή με τους οικείους μας, την ψυχαγωγία, την αγκαλιά των ανθρώπων μας, το θέατρο, όταν προβλήθηκε αυτός ο ανθρωπότυπος που η βασική του δραστηριότητα θα είναι η εργασία και δεν θα χρειάζεται ανθρώπους, γλέντια, τέχνη, άγγιγμα, ζεστασιά, όταν συμβαίνουν όλα αυτά, νομίζω ότι τελικά δεν είναι μόνο στο μυαλό ο στόχος.
Πώς συνδέεται μια νέα γυναίκα με αυτή την εμπειρία στη σημερινή εποχή; Ποια ήταν τα δικά σας συναισθήματα για αυτό το έργο και θελήσατε να το παραστήσετε;
Για τις γυναίκες η ομορφιά έχει υπάρξει αρετή επί εκατοντάδες χρόνια. Αρετή που τις καθιστούσε άξιες να παντρευτούν, να τεκνοποιήσουν, να εκπληρώσουν το «ρόλο» τους. Ξέρετε, είναι τόσο βαθιά ριζωμένες οι πατριαρχικές αντιλήψεις για το γυναικείο σώμα και τη νεότητα που δεν είναι τόσο εύκολο να ξεφύγεις από αυτές. Πόσο συχνά ακούτε άντρες να συζητούν για δίαιτες ή προϊόντα περιποίησης; Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτό είναι μια κατά κύριο λόγο γυναικείαέγνοια. Όσο δυναμική, συνειδητή ή φεμινίστρια και αν είναι μια γυναίκα, δεν είναι απαραίτητο ότι θα καταφέρει να απεγκλωβιστεί από αυτό το τόσο καταπιεστικό πλέγμα που την κρατά υπόλογη στο αντρικό βλέμμα. Και κυρίως δεν είναι δική της δουλειά να το κάνει. Είναι καιρός πια οι κοινωνίες μας να πετάξουν τα στερεότυπα που αναπαράγουν κάθε είδους καταπιέσεις.
Αλλά για να επανέλθω σε αυτά που με αφορούν στο κείμενο -και αν το ανάγει κανείς στην ψυχαναλυτική γλώσσα ίσως να αφορά περισσότερες γυναίκες- σημαντικό για μένα είναι το στοιχείο του ανέφικτου, αυτού που δεν βιώθηκε, αυτού που κρατήθηκε στη σφαίρα της φαντασίωσης και δεν κατάφερε να γίνει εμπειρία. Όλων αυτών που προτιμάμε να τα αφήνουμε μακρινά, άφθαρτα, αμόλυντα από την παρουσία. Γιατί αν κάτι βιωθεί, αν επιτραπεί στον Άλλο -τον πραγματικό, όχι τον φαντασιακό που μπορούμε εμείς να ορίσουμε τις κινήσεις του- να υπάρξει, τότε η ιστορία μπορεί να αλλάξει πέρα από τις κατευθύνσεις που της είχαμε δώσει.
Και ο τόπος; Γιατί ο Λυκαβηττός? Γιατί στη σιδερένια σκάλα?
Γιατί το ζήτησε το μέρος. (Γελάει). Πράγματι, όταν σε μια βόλτα στο προηγούμενο λοκντάουν βρέθηκα μπροστά στη σιδερένια σκάλα, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν αυτό το κείμενο. Και ταυτόχρονα είδα αυτήν την εικόνα• το λευκό ύφασμα να την καλύπτει και έναγυναικείο σώμα να μικραίνει ανεβαίνοντάς την. Και τέλος η σειρήνα του πολέμου που στέκεται στην κορυφή της σκάλας, καθιστώντας τον διαρκώς παρόντα.Αυτή η ανάβαση, η ανάληψη στους ουρανούς λίγες εβδομάδες μετά την Ανάσταση αποτέλεσαν για μένα το ιδανικό σκηνικό για την πρώτη παρουσίαση του έργου το Μάιο.
Ο τόπος όταν δουλεύεις έξω, στο δημόσιο χώρο, μπορεί να παρέχει ταυτόχρονατα σκηνικά, τα φώτα, ό,τι με τεχνητούς τρόπους δημιουργούμε σε ένα κλειστό θέατρο. Η επιλογή της ώρας, η δύση της μέρας, είναι εδώ πολύ συνειδητή. Ενώ τελικά στη δεύτερη παρουσίαση της παράστασης, το Φθινόπωρο, η φύση σε φθίση αποδείχθηκε καταλληλότερος συνομιλητής της πορείας της ζωής της ηρωίδας.
Ημερομηνία & ώρα έναρξης: 17-18 & 24-25 Σεπτεμβρίου, 19.00
Διάρκεια: 30 λεπτά
Τόπος: Σιδερένια σκάλα Λυκαβηττού
Σημείο προ-συνάντησης: Παρκινγκ Λυκαβηττού, 18.45
Στίγμα: 37.98478672802161, 23.747656227045855
Τηλέφωνο: 6974 784617
Είσοδος με ελεύθερη συνεισφορά
Η Ράνια Καπετανάκη -με σπουδές στην ψυχολογία, την υποκριτική και τις πολιτικές επιστήμες έχει εστιάσει τόσο το ακαδημαϊκό όσο και το καλλιτεχνικό της ενδιαφέρον στην τέχνη της περφόρμανς. Στην καλλιτεχνική της πρακτική έχει επικεντρωθεί στην περφόρμανς στον δημόσιο χώρο. Το 2018 παρουσίασε το έργο Unneeded στους δρόμους του Ελαιώνα στο πλαίσιο του φεστιβάλ Visions-V_ideas, Performances στο Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού ΒΕΤΟΝ7. Το 2021 πραγματοποίησε την περφόρμανς Reconstruction στο 2ο Φεστιβάλ Λυκαβηττού, ενώ έχουν προηγηθεί έργα όπως το Errants στη γειτονιά του Μεταξουργείου το 2012. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα κινούνται στον συγκερασμό της θεωρίας της σύγχρονης τέχνης και της κοινωνιολογίας των κοινωνικών κινημάτων, έχοντας εκπονήσει μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία με θέμα: Η περφόρμανς ως μορφή συλλογικής δράσης στην Ελλάδα της πρώιμης Μεταπολίτευσης
