ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Επίδαυρος μας αποχαιρέτησε για φέτος με την ακέραια, μεστή αλλά και συνεχώς -ως οφείλει πάντα- ειρωνική Ιφιγένεια του Θέμη Μουμουλίδη, τακτικού επισκέπτη του Ευριπίδη και της Αυλίδας του τα τελευταία χρόνια. Η θερμή υποδοχή της από το κατάμεστο κοίλον του αρχαίου θεάτρου ήταν για όλους μια πράξη σχεδόν κατευναστική.

Γιατί φέτος ειδικά η Επίδαυρος πρόσφερε εκτός από θεατρικές και θεατρολογικές συγκινήσεις, και το αργολικό καλοκαίρι χαρακτηρίστηκε από τις αντιδράσεις των συμβατικών και δικτυακών μέσων άλλοτε απέναντι στον «υπερβολικό νεωτερισμό» κι άλλοτε ενάντια στην «άλωση» -καθώς ειπώθηκε- του Φεστιβάλ από την τηλεόραση. Από μια άποψη, το εύρος και η θερμοκρασία της όλης συζήτησης δείχνουν ότι η Επίδαυρος ακόμα διεγείρει τα πάθη, έστω και μεταξύ μιας μικρότερης, από όσο φαντάζεται η ίδια, κοινότητας. Δύσκολα άλλη θεσμική οργάνωση να προκαλέσει τέτοια αναταραχή εν μέσω θέρους.

Η Ιφιγένεια όμως του Μουμουλίδη εντόπισε και βάδισε το μονοπάτι εκείνο που χαρίζει το θερμό χειροκρότημα των πολλών μαζί με τον έπαινο των ειδικών. Είναι μια παράσταση με θεατρικό ρυθμό και αίσθηση, γερές ερμηνείες και -κυρίως- χωρίς κάποια ιδιαίτερα πρωτοποριακή παρέμβαση. Αφήνει το έργο να κυλήσει όσο το δυνατόν επιμελέστερα και εναργέστερα για τους θεατές του, επιτρέποντας στους τελευταίους να κουβαλήσουν μαζί τους στην επιστροφή έντονες εντυπώσεις, ζωντανές εικόνες και ίσως τη διάθεση μιας παραπέρα συζήτησης πάνω στο ίδιο το έργο και το νόημά του. Διόλου αυτονόητο αυτό… Αντιθέτως, η σύγχρονη πρακτική θέλει τους περισσότερους να ξεκινούν από την ερμηνεία για να καταλήξουν στην παράσταση.

Η αλήθεια είναι πως και η ίδια η Ιφιγένεια δύσκολα μπορεί να προσφέρει πλέον μια ριζοσπαστική ερμηνευτική γραμμή άλλη από τη συμβατική εκείνη -την παλιά όσο η αντι-ιμπεριαλιστική δεκαετία του ’70- παρουσίαση στη θέση της ηρωίδας του Ευριπίδη μιας οιονεί επαναστάτριας νέας, που αποδέχεται τη θυσία της από αηδία, προκειμένου να δώσει το παράδειγμα μιας αληθινά ηθικής ζωής εντός του ανήθικου γύρω της κόσμου (μια ακόμα παλιότερη άποψη, της κόρης που αποδεικνύει πώς συμπεριφέρονται οι αληθινές Ελληνίδες όταν τους ζητηθεί από την πατρίδα, είναι πια πέρα από κάθε συζήτηση). Δεν είναι κατ’ ανάγκην κακή η αδυναμία μιας «νέας ερμηνείας», βέβαια. Αντιθέτως, έχοντας εξαντλήσει προς το παρόν κάθε άλλη, η Ιφιγένεια μπορεί να χαλαρώσει από το άγχος της πρωτοπορίας. Και να μας επιτρέψει να χαρούμε το έργο της.

Και είναι από μόνο του σπουδαίο έργο, αληθινό μελόδραμα, ακόμα και όταν ο όρος μοιάζει πια παρωχημένος για τον Ευριπίδη. Το χαρακτηριστικό του είναι η «ανατροπή» – και υπάρχει αληθινά παντού. Σ’ έναν Αγαμέμνονα, που καλεί την κόρη του για θυσία προς εξευμενισμό της θεάς ή του στρατού ή των φιλοδοξιών του, μα που μετανιώνει – και μετά, που μετανιώνει πάλι που μετάνιωσε πρωτύτερα… Σε έναν Μενέλαο, που επιτίθεται πρώτα και ύστερα συμπαραστέκεται στον απελπισμένο αδελφό του και που τόσο ξαφνικά αλλάζει, ώστε να μη μας καλοπείθει για τους σκοπούς του… Σε έναν Αχιλλέα, που λέει μεγάλα λόγια, αλλά στην πράξη αποδεικνύεται μόνος και λίγος. Για να μην αναφέρω τη μέγιστη ανατροπή: μιας μητέρας, της Κλυταιμνήστρας, που έρχεται για γάμο και καταλήγει σε κηδεία της κόρης της… Για να τελειώσω με την εικόνα της ίδιας της Ιφιγένειας να αφήνει πίσω της σαν παιδικό πείσμα τους θρήνους και τους κοπετούς, για να βαδίσει μόνη και καθαγιασμένη τον δρόμο της τέλειας αυταπάρνησης: για το σύνολο, εξαιτίας του συνόλου, σαν ειρωνική μομφή εναντίον του.

Ο μόνος τρόπος για να καταλάβεις το πώς γίνεται όλο αυτό είναι να αποδεχθείς ένα μέρος του παραλογισμού του κόσμου που, όταν το αφηγείσαι, μοιάζει περισσότερο ανεξήγητο απ’ όταν τον ζεις. Πριν από τον καθένα, και από τον Σέξπιρ ακόμα, ο Ευριπίδης μοιάζει να δίδαξε πως μεταξύ ζωής και θεάτρου είναι δύσκολο να αποφασίσουμε ποιο τελικά προηγείται.

Θέατρο λοιπόν, πολύ θέατρο… Η -σεξπιρικού ύφους- αρχή της παράστασης του Μουμουλίδη επιβάλλει σιγή, λες και σημαίνει τη διακοπή της ροής του γύρω κόσμου. Και η παράσταση ανοίγει μετά με το βαθύ χασμουρητό ενός Πρεσβύτη-δούλου, ειρωνικό απόηχο της μπεκετικής επανάληψης που περιγράφει την ουσία του κόσμου. Ο Αγαμέμνων είναι εδώ μπροστά μας, γράφοντας σκυμμένος ένα γράμμα – τυπικό στοιχείο του μελοδράματος. Και η φωνή του, καθώς ξεκινάει να εξιστορεί στον υπηρέτη του τα βάσανά του, φέρνει στον νου ήρωα ρομαντικού θεάτρου…

Ολα είναι θέατρο εδώ, καθώς περιστρέφονται και εξυπηρετούν έναν σκοπό: τη σαγήνη του θεατή τους. Για να μπει αυτός στην ιστορία και να ταυτιστεί με τα πρόσωπα της, να τα ακολουθήσει στις μεταπτώσεις τους, και στο τέλος να τα ακολουθήσει στην έξοδό τους – πολύ διαφορετική για το καθένα.

Κάποια -όπως ο Αγαμέμνων- θα συμβιβαστούν αμέσως με τον μύθο της Ιφιγένειας – πάνω στον παρηγορητικό μύθο της θυσίας μιας νέας που την τελευταία στιγμή καλύπτεται από το πέπλο της θεϊκής επέμβασης. Ενώ άλλα -όπως η Κλυταιμνήστρα- συνεχίζουν να ζουν απαρηγόρητα, παγωμένα στο τραύμα τους, εις το εξής αμετάβλητα στον σκοτεινό κόσμο της πληγής τους. Η μόνη που έχει επιλέξει την έξοδό της είναι η Ιφιγένεια – ο ηρωισμός της δεν βρίσκεται στη θυσία αλλά στην επιλογή της. Φτάσαμε έτσι από την Αυλίδα μέχρι το υπαρξιακό Παρίσι – και στο τελετουργικό θέατρο, καθώς στο τέλος της παράστασης η Ιφιγένεια απολύει το πρόσωπό της, μετατρεπόμενη από τον Χορό σε ένα είδος θυσιαστηρίου, σε αμνό που συμβολίζει τον Ανθρωπο και θυσιάζεται αντ’ αυτού και προς χάριν του.

Αυτό το μήνυμα θεάτρου περνάει ο σκηνοθέτης, στήνοντας μια παράσταση όπου τα ετερόκλητα υλικά συγχωνεύονται και δαμάζονται συνεχώς. Η νέα μετάφραση του έργου από την Παναγιώτα Πανταζή βοηθάει πολύ στο να μετατραπεί ο λόγος του Ευριπίδη σε αγωγό συγκίνησης για τον σημερινό θεατή – έχω όμως την εντύπωση πως μιλάμε και σε αυτή την περίπτωση για ελεύθερη, ποιητική παράφραση αρκετών σημείων του αρχαίου κειμένου. Ο έτερος βασικός σκηνοθέτης του θεάματος είναι βέβαια ο Σταύρος Γασπαράτος, που συνέθεσε για την παράσταση ένα μελοδραματικό χαλί, εμπλουτίζοντας τα συναισθήματά μας.

Το σκηνικό του Γιώργου Γαβαλά φέρνει στον νου τον γνωστό σε όλους μας «φράχτη» συνόρων, με σκαλοπάτια τα οποία ανεβαίνουν οι ηθοποιοί όταν χρειάζεται να αρθούν πάνω από τον εαυτό τους. Τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού δεν προσφέρουν κάτι σημαντικό στην εικόνα της παράστασης – εκτός από εκείνα του Χορού που δίνουν την αίσθηση της κοριτσίστικης αθωότητας.

Την ίδια αίσθηση υπηρετεί και η χορογραφία της Σεσίλ Μικρούτσικου. Ωραίος ο φωτισμός του Νίκου Σωτηρόπουλου. Σημαντική παρέμβαση η εικόνα των ηρώων με τα μεταλλικά μέρη στο σώμα τους, σημάδι πιθανόν του απανθρωπισμού τους.

Στον Χορό συμμετέχουν οι νέες ηθοποιοί: Ιουλία Γεωργίου, Σοφία Κουλέρα, Ειρήνη Λαφαζάνη, Ιωάννα Λέκκα, Λένα Μποζάκη, Αγγελική Νοέα, Δανάη Πολίτη και Βικτώρια Φώτα. Θαυμάσιες φωνές, εναρμονισμένη κίνηση, παλμός και θερμή συμμετοχή στα δρώμενα.

Αφησα επίτηδες τους υποκριτές τελευταίους, γιατί νομίζω πως με αυτούς ολοκληρώνεται η εντύπωση της Ιφιγένειας. Κατ’ αρχάς ο Αγαμέμνων του Λάζαρου Γεωργακόπουλου, που στηρίζει το πρόσωπο του πατέρα και στρατηλάτη σε μια κατάσταση εκτός των ορίων της ανθρώπινης περιγραφής: η ερμηνεία του φανερώνει την υποκριτική δύναμή του, ειδικά όπως φέρνει στο φως τον εσωτερικό μετεωρισμό του ήρωα. Η Κλυταιμνήστρα της Ιωάννας Παππά φανερώνεται σαν γυναίκα-τοτέμ, σε ένα γκέστους που κρύβει μέσα του αρχοντιά, δύναμη και καταπιεσμένη θέληση. Κι όλα μεταφέρονται από την πρωταγωνίστρια στο σώμα της ηρωίδας – καθώς η Κλυταιμνήστρα της Παππά ό,τι έζησε και ό,τι ζει θα το κουβαλά πάνω της σαν ουλή. Ο Ακης Σακελλαρίου πετυχαίνει να «γεμίσει» τον ρόλο του Μενέλαου στις λίγες στιγμές της παρουσίας του – στην πραγματικότητα φτιάχνει έναν ρόλο που κινείται στην επιφάνεια αλλά και υπογείως. Πολύ καλός στην εμφάνισή του ο ευθύς και νεανικά παράφορος Αχιλλέας του Γιώργου Χρυσοστόμου. Ο (ειρωνικά) ανάπηρος Πρεσβύτης και ο Αγγελιοφόρος του Παντελή Δεντάκη έχουν μαζί ενδιαφέρον – και οι δύο ρόλοι μοιράζονται το ίδιο δέος μπροστά στο ανθρώπινο «θαύμα».

Αφήνω τελευταία την Ιφιγένεια της Μαρία Πετεβή, που κέρδισε με τον ρόλο θέση στην Επίδαυρο και στα όρντινα της χρονιάς – με μια Ιφιγένεια τόσο ευπροσήγορη στη νεανικότητα, τόσο διάφανη στη χαρά, τόσο αδαή για το κακό του κόσμου και τόσο γενναία στην τελική απόφασή της… Επεισε πως η Ιφιγένεια -μαζί με την Αντιγόνη- κατανοείται όχι στον χώρο του μύθου αλλά κατοπτρισμένη στο είδωλο του θεάτρου. Εκεί μόνο η μοναξιά της πράξης και η απελπισία της δεν ερμηνεύονται απλά∙ «νιώθονται».