Αυτό που δεν παραδέχεται η κυβέρνηση είναι η τροχιά σταθερής παρακμής και έντονης αμφισβήτησης του πολιτικού, όπως αυτό ενσωματώνεται στο κοινωνικό πεδίο. Το οικονομικό πεδίο είναι απότοκο εμμονών και προκαταλήψεων οι οποίες, ενώ δεν προκύπτουν από κανένα εγχειρίδιο, έχουν γίνει «ευαγγέλιο» της κυβερνώσας μερίδας και εργαλείο αποικισμού του πολιτικού.
Η αγορά, δυστυχώς, δεν αυτορυθμίζεται. Τουλάχιστον, δεν αυτορυθμίζεται στους κλάδους που πάντα ήθελαν ρύθμιση. Δεν αυτορυθμίζεται στην περίπτωση των δημόσιων αγαθών, όπως η υγεία, η παιδεία ή η ασφάλεια μιας χώρας· δεν αυτορυθμίζεται στις περιπτώσεις του ατελούς ανταγωνισμού· δεν αυτορυθμίζεται στις περιπτώσεις στρατηγικών αγαθών, όπως η ενέργεια. Ούτε αυτορυθμίζεται στις περιπτώσεις της προστασίας του περιβάλλοντος, των ισχυρών καρτέλ και κερδοσκοπικών μηχανισμών που –αχαλίνωτοι, συστημικοί, μεγάλοι και ανενόχλητοι– καθορίζουν τον ρυθμό και τον μετασχηματισμό των πολιτικών αποφάσεων.
Ετσι, αδιάλειπτα τα τελευταία χρόνια, όλα τελούν υπό καθεστώς μόνιμης εξαίρεσης. Αλλοτε εξαιτίας του χρέους, άλλοτε εξαιτίας της πανδημικής κρίσης, άλλοτε εξαιτίας του στρατηγού άνεμου ή της ευρωπαϊκής δυσανεξίας: σήμερα, εξαιτίας της ενεργειακής, αύριο εξαιτίας της επισιτιστικής ή της περιβαλλοντικής κρίσης. Εν τω μεταξύ, κανονικότητα και εξαίρεση είναι συγκρουόμενες και αλληλοαποκλειόμενες καταστάσεις. Ωστόσο, η μειξογένεια και η τερατογένεση λογίζονται σταθερά ως επιτυχία. Εξοβελίζεται δε ως λαϊκιστική και πολιτικά αλαφροΐσκιωτη κάθε φωνή που προσπαθεί να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου.
Στην πραγματικότητα, η αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης γίνεται με την εξαφάνιση του αγαθού της ενέργειας. «Κλείστε τα κλιματιστικά, κλείστε τους θερμοσίφωνες» (δεν έχουν όλοι ηλιακό), «μη μαγειρεύετε, κλείστε τα φώτα» κ.λπ. Ενας ολόκληρος πολιτισμός –το κλέος και η υπεροχή του οποίου βασίστηκαν από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα στην ενέργεια, στα όπλα και… στον θεό-καταναλωτή– αντιδρά με συστάσεις υπομονής, μείωσης της κατανάλωσης, μείωσης της γκρίνιας και… κατανόησης για τη διαιώνιση του πολέμου στην Ουκρανία. Αντιδρά με σύσταση συσκότισης.
Η συσκότιση δεν συνίσταται για όλους. Κάθε άλλο. Με άμεσο στόχο την ενεργειακή μετάβαση, στην οποία η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι άγνωστη υπόθεση, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι αλλά και οι Αμερικανοί παραγωγοί (όπως και οι Κινέζοι, οι Ινδοί και οι Λατινοαμερικανοί) θέλουν να έχουν ενέργεια. Και για «να είναι όρθιο το ποδήλατο», θέλουν ενέργεια κάθε μορφής: κάρβουνο, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, συν την πυρηνική ενέργεια. Οσο για το σχέδιο μετάβασης στις ανανεώσιμες μορφές; Αυτό –ξανά– επαφίεται στις καινοτομίες, τις τεχνολογίες αιχμής και στα κίνητρα της αγοράς. Δίχως πρόγραμμα· με ασφυκτικό βραχυπρόθεσμο ορίζοντα – γεγονός που προοικονομεί αύξηση του κόστους· χωρίς μέριμνα για τον μέσο κάτοικο αυτού του κόσμου.
Σε κάθε περίπτωση, έχουμε ξυπνήσει σε έναν κόσμο που νομίζουμε πως είναι αυτός που ξέραμε. Που νομίζουμε πως έχουμε τα εργαλεία για να αντιμετωπίσουμε ενδεχόμενα προβλήματα που, πράγματι, υπερβαίνουν τις εθνικές προσπάθειες. Αλλά, προσέξτε την κυβερνητική επωδό: «Αν δεν είμασταν εμείς, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα». «Αν κυβερνούσε ο Τσίπρας…», «Η χώρα είναι θωρακισμένη και έτοιμη να αντιμετωπίσει τις περιπτώσεις των χειρότερων σεναρίων» κ.ο.κ. Τα ίδια είχε πει για την ελληνική οικονομία ο Κώστας Καραμανλής το 2008. Και μετά ήρθε η τραγωδία. Στην παραπάνω περίπτωση, η προτεινόμενη συσκότιση λαμβάνει τη γενικευμένη μορφή της πολιτικής μοιρολατρίας η οποία, όμως, αποκλείει εξ ορισμού κάθε πιθανότητα συμμετοχής εκείνων που ξέρουν ότι η μελλοντική πολιτική δεν θα έχει τη μορφή της δημοκρατίας με την οποία μεγαλώσαμε. Αλλά δεν θα έχει ούτε τη μορφή του τεχνολογικού κουτιού που συνηθίσαμε με την πανδημική κρίση και, σήμερα, με τη μορφή του ενεργειακού δεσποτισμού που θεωρείται λογικός, αυτονόητος και με μόνο υπαίτιο τον Πούτιν.
Δυστυχώς, είμαστε άνθρωποι και πολιτικοί του 20ού αιώνα. Το αποδεικνύει πρώτη η κυβέρνηση: από τον πρωθυπουργό μέχρι τον πιο αθέατο υπουργό του. Η εκλογή τους αποτελεί σύμπτωμα μιας υπερεξημμένης πολιτικής παραδοχής των καταφερτζήδων κληρονόμων και δήθεν αρίστων. Για να μείνουν στην εξουσία, έχουν τον εξίσου δοκιμασμένο τρόπο: άστατο κλίμα, καχυποψία, μισαλλοδοξία, συκοφαντία και εκφοβισμός, φτώχεια και επιδόματα. Ενα κομμάτι ζάχαρη για την πίκρα…
Η μετατροπή του διαλόγου σε πασαρέλα κωφών και τυφλών, που διαγωνίζονται ποιος θα κάνει μεγαλύτερη φασαρία για να πνίξει τη φωνή του άλλου ή ποιος θα βάλει την καλύτερη τρικλοποδιά, ήδη έχει ξεχαρβαλώσει τη δημοκρατία, με τη συναίνεση σοβαρής μερίδας της «τέταρτης εξουσίας». Το όλο σκεπτικό της κυβέρνησης δείχνει ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί –όπως και η ετοιμότητα της χώρας– δεν είναι δεδομένα και σχεδιασμένα για κάθε είδους κακοτοπιά και αλλοπρόσαλλη κατάσταση. Το αντίθετο, μάλιστα. Αλλά, ακόμα κι έτσι, δείχνουν το όριο αντοχής οποιασδήποτε πιθανής διακυβέρνησης. Δύσκολα ερωτήματα. Ξέρουμε πώς να τα απαντήσουμε;
