Ο τίτλος του δημοσιεύματος της «Εφ.Συν.» της περασμένης Τρίτης για την «πυρκαγιά» στις αγορές των κρατικών ομολόγων του ευρωπαϊκού Νότου («Σημάδια νέας κρίσης χρέους στην ευρωζώνη», 14/6/2022) επαληθεύτηκε πριν αλέκτορα φωνήσαι: πανικόβλητη μπροστά στο φάσμα μιας νέας κρίσης χρέους στην ευρωζώνη, η ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία συναίνεσε άρον άρον στη διεξαγωγή έκτακτης συνεδρίασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ώστε να ανακοπεί η πορεία προς την καταστροφή. Η κατάσταση ήταν και αξιολογήθηκε ως πολύ επικίνδυνη, ώστε να υπερπηδηθούν οι συνήθεις πρακτικές των τακτικών συνεδριάσεων και να υιοθετηθεί αυτή της έκτακτης παρέμβασης σε συνθήκες προαλειφόμενης κρίσης, που ανακάλεσε μνήμες του 2012.
Αποσυμφόρηση…
Η κρίση απεφεύχθη, αλλά οι διακηρύξεις «σε μεγαλοπρεπές στιλ», τύπου Ντράγκι του 2012 («whatever it takes») δεν είναι πλέον εξίσου αποτελεσματικές ούτε «αυταπόδεικτες». Για τις αγορές ισχύει το «εν τη παλάμη και ούτω βοήσομεν»: ζητούν «αποδείξεις», δηλαδή συγκεκριμένα εργαλεία παρέμβασης για να τα αξιολογήσουν.
Στην ανακοίνωσή της η ΕΚΤ επανέλαβε τη διάθεση ποσών από ομόλογα που λήγουν για την επαναγορά τίτλων, αλλά αυτό ήταν ήδη γνωστό και επίσης είναι γνωστό ότι έχει μόνο επικουρικό χαρακτήρα – δεν λύνει το πρόβλημα. Η ΕΚΤ το γνωρίζει και γι’ αυτό μίλησε για ένα νέο εργαλείο παρέμβασης, που οι ευρωπαϊκές νομισματικές αρχές θα ετοιμάσουν το συντομότερο.
Το άμεσο αποτέλεσμα όσον αφορά τις αγορές ομολόγων ήταν η αποσυμφόρηση: οι αποδόσεις αποκλιμακώθηκαν αρκετά αλλά όχι θεαματικά. Τώρα μπαίνουμε στο στάδιο της… καχύποπτης αναμονής, μέχρι η ΕΚΤ να ανοίξει τελείως τα «χαρτιά» της και οι αγορές να αξιολογήσουν το αποτέλεσμα. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι επανεγκαθίσταται ένα είδος κρίσης εμπιστοσύνης μεταξύ των αγορών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι απολύτως ενδεικτικό του εύφλεκτου χαρακτήρα της οικονομικής συγκυρίας.
Υπό πίεση
Ομως η συγκυρία δεν εξαντλείται στο ζήτημα των αγορών ομολόγων και του κινδύνου αναζωπύρωσης της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη. Το «πετράδι του στέμματος» του Europroject, το ευρώ, πιέζεται και από άλλους παράγοντες. Ενας από αυτούς είναι ο «πόλεμος των επιτοκίων». Η αμερικανική ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα (FED) έχει προαναγγείλει ένα «ράλι» αύξησης των επιτοκίων του δολαρίου με διακηρυγμένο στόχο να αντιμετωπίσει την πληθωριστική έκρηξη.
Εμφανίζεται πολύ πιο αποφασιστική στον «αντιπληθωριστικό αγώνα» σε σχέση με την ΕΚΤ, παρ’ όλο που ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με της ευρωζώνης. Η διαφοροποίηση στην πολιτική επιτοκίων δεν είναι αθώα: όσο ανεβαίνουν τα επιτόκια ενός νομίσματος, τόσο πιο ελκυστικό γίνεται για τοποθετήσεις. Το ελκυστικό λόγω επιτοκίων -και άλλων παραγόντων- νόμισμα «μαζεύει το χαρτί», δηλαδή τη ρευστότητα που κυκλοφορεί διεθνώς, με τη μορφή τοποθετήσεων σε αξίες σε αυτό το νόμισμα. Το τελευταίο διάστημα η ελκυστικότητα του ευρώ εξασθενούσε διαρκώς. Η ισοτιμία του είχε πέσει πολύ κοντά στα επίπεδα του 1,04. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ύστερα από τη χθεσινή έκτακτη σύνοδο της ΕΚΤ έσπασε προς τα κάτω το φράγμα του 1,04.
Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η ΕΚΤ έχει να διαχειριστεί μια εξαιρετικά αντιφατική κατάσταση: οι παρεμβάσεις που ομαλοποιούν σχετικά την αγορά ομολόγων, αποδυναμώνουν το ευρώ! Κι οι παρεμβάσεις που (ελπίζεται ότι) αποδυναμώνουν τον πληθωρισμό, αποδυναμώνουν την ανάπτυξη. Δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα…
Πόλεμοι…
Ο πόλεμος των επιτοκίων είναι κατ’ ουσίαν νομισματικός πόλεμος, πρώτα απ’ όλα εντός του δυτικού στρατοπέδου. Πίσω από το επικάλυμμα της δυτικής «αλληλεγγύης στην Ουκρανία», το ξεχασμένο δόγμα του Ψυχρού Πολέμου «Οι ΗΠΑ πάνω – Η Ρωσία έξω – η Γερμανία κάτω» αναδύεται τροποποιημένο: «Οι ΗΠΑ πάνω – η Ρωσία απέναντι – η Ε.Ε. κάτω». Η σεισμική εστία της Ουκρανίας υπερκαθορίζει τις οικονομικές εξελίξεις. Κάτι γνωρίζει γι’ αυτό η ηγετική ευρωπαϊκή τριανδρία (Σολτς, Μακρόν, Ντράγκι), που… εκστρατεύουν διπλωματικά και από κοινού στο Κίεβο.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιλαμβάνονται τώρα ότι η αμερικανική και βρετανική γραμμή παράτασης του πολέμου μέχρι να ταπεινωθεί η Ρωσία απειλεί με μείζονα κρίση την ευρωζώνη. Και σπεύδουν για να διερευνήσουν τις προθέσεις του Ζελένσκι. Αν η πολεμική εστία της Ουκρανίας δεν σβήσει, δεν υπάρχουν θαύματα και τρικ που θα σώσουν το europroject από μια νέα κρίση.
Οι τράπεζες, κυρίαρχοι του ευρωπαϊκού χρέους
Σε ποιον ανήκει το χρέος των χωρών της Ε.Ε., που συγκεντρώνει ξανά το διόλου… τρυφερό ενδιαφέρον των αγορών; Από χώρα σε χώρα υπάρχουν τεράστιες διαφορές, με την Ελλάδα να αποτελεί την απόλυτη εξαίρεση –γι’ αυτό και στα στοιχεία της Eurostat εμφανίζεται να μην υπάρχει διαθέσιμη εικόνα– αφού το 77% του κρατικού χρέους της το κατέχει ο επίσημος τομέας, δηλαδή ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας ESM, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης.
Στις υπόλοιπες, «κανονικές» χώρες της Ε.Ε. οι τράπεζες και ο ευρύτερος χρηματοπιστωτικός τομέας, κυρίως ο εγχώριος, είναι ο κυρίαρχος του χρέους τους. Στην κορυφή ως προς το μερίδιο χρέους που κατέχουν οι τράπεζες στο τέλος του 2021 ήταν η Σουηδία με 74%, ακολουθούμενη από τη Δανία (73%), την Τσεχία (67%), την Κροατία (65%), την Ολλανδία και την Ιταλία (και οι δύο 63%) και την Πολωνία (60%). Αντίθετα, το μεγαλύτερο ποσοστό κρατικού χρέους που κατείχαν μη κάτοικοι κάτοχοι ομολόγων καταγράφηκε στην Κύπρο (89%), μπροστά από την Εσθονία (70%), τη Λιθουανία (65%) και τη Λετονία (64%). Συνολικά στην Ε.Ε. το ποσοστό χρέους που κατέχουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις πλην τραπεζών εκτός χώρας είναι λιγότερο από 10%.
