Σκηνή α΄) Περιμένω στη διάβαση πεζών να ανάψει το πράσινο. Ανάβει. Τα οχήματα που έρχονται επιβραδύνουν. Ελέγχω (πάντα το κάνω, καλού-κακού, ποτέ δεν ξέρεις πώς ξύπνησε ή πώς… κοιμάται ο κάθε οδηγός) και περνάω. Πέντε τα οχήματα: τρία αυτοκίνητα, δυο μοτοσυκλέτες. Οχτώμισι το πρωί, καθημερινής. Τα τρία αυτοκίνητα και η μία μηχανή σταματούν, κανονικά, πάνω στη διαγράμμιση. Η άλλη μηχανή, σταματάει στη μέση της διάβασης, ενώ περνάω, και σταματάει ακριβώς μπροστά μου. Παρακάμπτω, αναγκαστικά, από μπροστά, ρίχνοντας επιτιμητική ματιά στον οδηγό. Που μου την αντιγυρίζει με ματιά ερμηνευόμενη: «Τρέχει τίποτα;».
Δεν έδωσα έκταση στο γεγονός. Ελάχιστο από όσα παρόμοια συμβαίνουν κάθε μέρα, έχεις–δεν έχεις δίκιο. Αν έδινες ένα λεπτό στο καθένα, και τη μέρα σου θα χαλούσες και τις δουλειές σου δεν θα έκανες. Αναγκάζεσαι και γίνεσαι ανεκτικός, διότι, απλούστατα, δεν γίνεται αλλιώς!
Σκηνή β΄) Βαδίζω στο πεζοδρόμιο. Δίχρωμη ταινία, ερυθρόλευκη, εμποδίζει τη διέλευση: Εχει αποκολληθεί και πέσει στο πεζοδρόμιο μάρμαρο πολυκατοικίας. Κίνδυνος. Κατεβαίνω στο δρόμο. Αυτοκίνητα, πολλά. Δυο μεγάλα: σχολικό και κλειστό φορτηγάκι. Κορνάρουν. Κολλάω πλάτη σε παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Ο οδηγός του δεύτερου μου έριξε και μία περιποιημένη «καλημέρα»! Είμαι βέβαιος ότι και οι δυο με πήραν για… το σύνηθες. Ούτε καν πέρασε από το μυαλό τους ότι ίσως κάτι με ανάγκασε να είμαι σε δρόμο με κίνηση. Η απόσταση, αντίληψης και συνείδησης, που κάνει τον οδηγό να ξεχνάει ότι, μόλις πριν από λίγο ήταν και αυτός πεζός…
Ο καλός, ομοίως και επινοητικός, συγγραφέας Νίκος Πλατής: καμιά εικοσαριά βιβλία, ανάμεσά τους ιδιότυπα λεξικά («Μπαχαρικό Λεξικό»), παράδοξα δοκίμια («Κάμα Τσούχτρα»), ευφυής, λογοπλόκος και βιβλιοσυλλέκτης, σε ανάλογη ίσως περίπτωση είχε κάποτε εισηγηθεί… σώμα πεζονόμων, παράλληλα με τους τροχονόμους! Εχουν κι οι πεζοί το δίκιο τους…
