Η γραφή του Παύλου Μουρουζίδη μοιάζει με κινούμενη άμμο. Αν και ο ίδιος είναι αμετακίνητος στις επαναστατικές ιδέες του και τις ανατρεπτικές προθέσεις του, η γραφή του φαίνεται απείθαρχη και ανυπάκουη. Δεν είναι μόνο οι κοινωνικές συγκρούσεις και η πάλη των τάξεων που την απορροφούν. Είναι και ο έρωτας. Είναι η παιδικότητα και οι αποδράσεις στα καλοκαίρια με τις ατελείωτες περιπλανήσεις στο δάσος και στα μονοπάτια του. Είναι και το τραγούδι του πόνου και του καημού. Είναι και ο αφανής μικρόκοσμος του μηχανουργείου και του σκληρού μεροκάματου.
Σε ποια πεδία θα φτάσει, πού θα κατασταλάξει η άμμος του και τι τελικά θα χτίσει πάνω της, ούτε κι ο ίδιος μπορεί να το πει με κάποια βεβαιότητα. Μέσα σ’ αυτή τη σύνθεση των ποικίλων, από τη μια, αναγκών που ορθώνει μπροστά μας η αντικειμενική πραγματικότητα και της αναπόδραστης, από την άλλη, συμμόρφωσης και επιλογής ατομικών δράσεων για να είναι το εγώ μας ο μοχλός και το τιμόνι στην πορεία της ζωής, τίποτε δεν είναι βέβαιο για κανέναν. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Παύλος Μουρουζίδης ως συγγραφέας έχει μπροστά του πολύ δρόμο ακόμα. Κι έχει να διανύσει πολλά μίλια με διαδρομές αδέσποτες και ανυπόταχτες.
Γιατί ο Μουρουζίδης ζει μέσα σε ανεμοθύελλες. Βρίσκεται σε σταυροδρόμια μιας κοπιαστικής έρευνας και ενός βασανιστικού στοχασμού. Κι αν γράφει, δεν γράφει ούτε για να εντυπωσιάσει ούτε για να κερδίσει μια περιώνυμη θέση στην πόλη των ιδεών. Γράφει γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Σαν να νιώθει μια βουκέντρα να τον κεντρίζει εντός του και να τον στρώνει μπροστά.
Ο καταστατικός χάρτης του είναι διάσπαρτος από μορφές που μάχονται για το ψωμί, για τη ζωή, την εξέγερση και την ανατροπή. Αλλοτε σιωπηλά κι εντός των ορίων κι άλλοτε με ουρλιαχτά κι εκτός των ορίων. Ο οικείος του χώρος είναι αναντίρρητα η εργατική τάξη. Οχι η σημερινή. Η εργατική τάξη μιας άλλης εποχής. Η εργατική τάξη με όλες τις αντιθέσεις της, το μεγαλείο της και την τραγωδία της. Γιατί ενδόμυχα υπάρχει πάντα για το μετά. Και το μετά σπάνια μοιάζει με το πριν. Είναι οι στιγμές που δρώντας και βαδίζοντας για την επανάσταση σε κατακλύζει το εναγώνιο ερώτημα με τη μελωδία των Doors «Where will we be».
Τα θέματα και τα πρόσωπα μπορεί να προέρχονται από τα χαμηλά οικονομικά και κοινωνικά στρώματα, μα κουβαλούν μέσα τους μιαν αρχοντιά. Την αρχοντιά της αυθεντικότητας και της ψυχικής καθαρότητας. Είναι οι άνθρωποι της δράσης και της πάλης για τον κόσμο του σοσιαλισμού και για την κομμουνιστική κοινωνία. Γι’ αυτό και ο λόγος του χαρακτηρίζεται από ποικίλες διακυμάνσεις και ηχοχρώματα. Αλλού τρυφερός κι αλλού σκληρός. Αλλού ειρωνικός κι αλλού συγκαταβατικός. Αλλού ερωτικός κι αλλού επαναστατικός. Δίχως έρωτα δεν γίνεται επανάσταση. Και χωρίς επανάσταση δεν φυτρώνει ο έρωτας.
Θα μπορούσα να σταχυολογήσω πολλά χωρία του βιβλίου που αποδίδουν με ποιητικό τρόπο αυτή την ενότητα. Περιορίζομαι στο σημείωμα που ο αφηγητής αφήνει κάτω από την τσάντα της Μαργαρίτας, αφού πρώτα περιγράψει, περιφερόμενος στον γενέθλιο τόπο, μ’ έναν έξοχο νοσταλγικό τρόπο την ομορφιά των λεμονόδεντρων και αναλογιστεί πως φτάνουν δυο λεμονιές, ένα καναρινάκι να σου τιτιβίζει την καινούργια μέρα κι ένα σπιτάκι με βεράντα ή μπαλκονάκι, για να κάνουν όμορφη τη ζωή μας.
Αλλά αυτό είναι η μία πλευρά των πραγμάτων. Είναι η άγκυρα που όλοι μας ονειρευόμαστε να ρίξουμε κάποτε μέσα στις θύελλες, για να τις τιθασεύσουμε μ’ ένα μας νεύμα και να τις γαληνέψουμε με τα θέλω μας μόνο. Και να γαληνέψει μαζί κι η δική μας ψυχή. Μα αυτό είναι κάτι το αδύνατο. Είναι ένα διάλειμμα μέσα στη δίνη της αναγκαιότητας. Είναι ο άλλος κατακλυσμός: ο έρωτας και το πάθος της ερωτικής πράξης.
Γιατί έρχεται, μετά, το άλλο κύμα που χτυπά στο μυαλό μας και στην ψυχή μας, είναι η άγκυρα που σηκώνουμε για να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στα πέρατα των πελάγων, είναι η επανάσταση και το όραμά της.

Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην πρωτοπορία της πάλης και της ζωής, είτε στους δρόμους του έρωτα είτε στους δρόμους της επανάστασης, γνωρίζουν –ή πρέπει να γνωρίζουν– καλά πως σ’ αυτόν τον ασίγαστο πόλεμο το μόνο σίγουρο και δεδομένο είναι οι αλλεπάλληλες δοκιμασίες μέσα στις συμπληγάδες της ήττας και της νίκης. Ομως, όπως και να κυλήσουν κι όπως κι αν γείρουν τα πράγματα, καμιά ήττα δεν πάει χαμένη. Κι όχι μόνο γιατί μένει στο τέλος η περηφάνια. Αλλά γιατί κάθε ήττα, μικρή ή μεγάλη, είναι ένα σκαλοπάτι και μια δρασκελιά στον μακρύ ανήφορο προς τη νίκη.
Προς το παρόν, βέβαια, οι καπιταλιστές μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι. Μπορεί να αισθάνονται πως πέρασαν οι μεγάλες μπόρες των εξεγέρσεων και των συνθημάτων για την ανατροπή τους και το ξημέρωμα μιας άλλης αυγής. Ο καπιταλισμός, ωστόσο, δεν κοιμάται ήσυχος ποτέ, όσο κι αν τα κατάφερε να μεταθέσει στο αβέβαιο μέλλον το ιστορικό γεγονός της ανατροπής του. Οι αντιφάσεις του μπορεί να βολεύονται τώρα. Και η εργατική τάξη, όπως την ήξερε, να έχει πάει στον παράδεισο. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις…
Ο Παύλος Μουρουζίδης παραμένει, παρά ταύτα, στο μετερίζι του αγώνα και στέκεται εκεί στις επάλξεις του άγρυπνος και ανυποχώρητος. Παλεύοντας με τα χέρια του, τη γραφή του, το πνεύμα και την ύπαρξή του ολόκληρη για ν’ αλλάξουν τα ποτάμια το ρέμα τους. Με την αμετακίνητη πεποίθησή του πως θα νικήσουμε. Αν δεν νικήσει η δική μας γενιά, θα νικήσει η γενιά των παιδιών μας, θα νικήσει η γενιά των απογόνων μας. Μα είναι βέβαιος πως μέσα στις γενιές του μέλλοντος θα εξακολουθεί να ζει και η δική μας γενιά.
Γιατί χωρίς ήττες δεν φτάνεις στην επανάσταση. Η επανάσταση αρχίζει κάποτε, αλλά δεν τελειώνει εκεί. Δεν αρκεί που άρχισε. Το θέμα είναι να παραμένει πάντα ζωντανή στο διηνεκές, να ανανεώνεται και να εμπλουτίζεται βγάζοντας διδάγματα μέσα από την καθημερινή πράξη των δυνάμεων της εργασίας και του πνεύματος. Οι κοινωνικές δυνάμεις των εξεγέρσεων θα δοκιμάσουν πολλές πίκρες και απογοητεύσεις. Θα νιώσουν να κυκλοφορεί γύρω τους και μέσα τους η προδοσία και η διάψευση. Αλλά δεν θα το βάλουν κάτω. Γιατί απλά ο αγώνας είναι νομοτέλεια. Δεν γίνεται αλλιώς. Ακόμα κι όταν φτάσουμε κάποτε στην κατάργηση της πάλης των τάξεων, είναι βέβαιο πως δεν θα φτάσουμε ταυτόχρονα και ως διά μαγείας και στην κατάργηση της πάλης των ιδεών.
