Στον νέο υβριδικό κόσμο η μοντέρνα γραφή, αν θέλει να τον εκφράσει, είτε πρόκειται για λογοτεχνία είτε για δοκιμιακό λόγο είτε για τις γνωστές ακαδημαϊκές πειθαρχίες, δεν μπορεί παρά να είναι υβριδική. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο βιβλίο του δημοσιογράφου και πανεπιστημιακού Νίκου Μπακουνάκη που καταγράφει την εμπειρία από τη διεύθυνση του πρώτου «δημοσιογραφικού και όχι φιλολογικού» ενθέτου για το βιβλίο στον ελληνικό Τύπο («Βιβλία», Το Βήμα 1997-2018). Με έξοχη αφηγηματικότητα και περίτεχνη δομή, «μυθιστορηματικής» σχεδόν επινόησης, ο συγγραφέας υπονομεύει κάθε έννοια γραμμικότητας της αφήγησης. Το ενδιαφέρον του για τις αφηγηματικές τεχνικές αποτυπώνεται με πολλούς τρόπους∙ τόσο στη γραφή και τη δομή του βιβλίου όσο και στα θέματα που θίγει, καθώς με κρίσιμες παρατηρήσεις αναδεικνύει τη σημασία και τη δυναμική των αφηγηματικών επιλογών (κατεξοχήν συνδεδεμένων με τη λογοτεχνική γραφή) για τη δημοσιογραφία.
Με κυρίαρχη την ιστορική οπτική και έχοντας ως βάση ημερολογιακές καταγραφές, το βιβλίο είναι ταυτόχρονα διανοητική αυτοβιογραφία, στοχαστικό δοκίμιο, χρονικό-μαρτυρία, μικροϊστορία της λογοτεχνικής δημοσιογραφίας (literary journalism), κριτική της κριτικής και σίγουρα χρήσιμη ψηφίδα για την εντελώς άγραφη έως σήμερα στην Ελλάδα ιστορία των μέσων ενημέρωσης (media history). Κυρίως όμως είναι, με την αφηγηματική πνοή storyteller που διαθέτει ο Μπακουνάκης, ένα σημαντικό βιβλίο για την κατανόηση του βουτηγμένου στο μελάνι, γοητευτικού κόσμου των εφημερίδων και του Τύπου, συνώνυμου της νεωτερικότητας, της δημοκρατίας των γραμμάτων και της ελευθερίας των ιδεών.
Η αύξηση του ενδιαφέροντος για αυτοβιογραφικά κείμενα στην εποχή των πολλαπλών επινοήσεων του εαυτού, με τη συνδρομή των νέων μέσων και των νέων τεχνολογιών, είναι βέβαια διεθνής. Οι πιο ενδιαφέρουσες αυτοβιογραφικές αφηγήσεις σήμερα κατορθώνουν να διατρήσουν τον πυρήνα του ατομικού, ανοίγοντας προοπτική στο συλλογικό. Σε μια τέτοια αντίληψη το ιδιωτικό έχει ενδιαφέρον ακριβώς γιατί είναι και δημόσιο, στοιχείο αναγνωρίσιμο στο βιβλίο του Μπακουνάκη.
Η οργάνωση των κεφαλαίων προσανατολίζει τον αναγνώστη σε τρεις κατευθύνσεις. Στο πρώτο κεφάλαιο παρακολουθούμε την πορεία πνευματικής διαμόρφωσης του Μπακουνάκη. Στο δεύτερο φιλοτεχνείται ένα ενδιαφέρον βιογραφικό και γενεαλογικό πορτρέτο του Χρήστου Λαμπράκη και της κληρονομιάς του ΔΟΛ (ισορροπώντας ανάμεσα στο «υψηλό» των Εποχών και το «χαμηλό» του Ρομάντσου), την οποία ακολουθεί και ο Μπακουνάκης. Τέλος, στο τρίτο κεφάλαιο αναλύονται η εκδοτική στρατηγική, το περιεχόμενο, οι συνεργασίες και το πρόγραμμα του ενθέτου για το βιβλίο.
Δεν είναι μόνο η πολυμάθεια, τα αναγνώσματα, ο κοσμοπολιτισμός, η εξωστρέφεια, η αστική κουλτούρα, ο μποέμικος αισθητισμός και το εύρος των γνώσεων και των εμπειριών που μεταφέρει ο συγγραφέας τα μόνα στοιχεία που εντυπωσιάζουν. Ως καλός πανεπιστημιακός δάσκαλος αλλά και ως έμπειρος αρχισυντάκτης ο Μπακουνάκης επισημαίνει «θέματα για ξετύλιγμα», για έρευνες, μελέτες και διατριβές σε ένα επιστημονικό πεδίο με κενά, αυτό της λογοτεχνίας και της επικοινωνίας, που στην Ελλάδα τουλάχιστον βρίσκεται σε εμβρυϊκό στάδιο, καθώς ο αναχρονιστικός συντηρητισμός των φιλολογικών σπουδών και ο ψυχρός θετικισμός, η θεωρητικολαγνεία και ο φορμαλισμός των σπουδών μέσων και επικοινωνίας δεν έχουν επιτρέψει τη διεπιστημονική του ανάπτυξη.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις επιρροές και τις μαθητείες του (οι σπουδές στο Παρίσι, τα διαβάσματα, οι δάσκαλοι), τη διαμόρφωση των ενδιαφερόντων και της συναισθηματικής του αγωγής (τα βιβλιοπωλεία, τα στέκια, η λογοτεχνική και δημοσιογραφική γεωγραφία του κέντρου της Αθήνας), τη δημοσιογραφική, συγγραφική και ερευνητική του διαδρομή (Ελευθεροτυπία, Πάνθεον, Καθημερινή, Διαβάζω, Βεντέτα, Ταχυδρόμος, Βήμα, Πάντειο Πανεπιστήμιο) καθώς και τα εκδοτικά πρότυπα για τη δημιουργία του ενθέτου. Το ένθετο που διηύθυνε ο Μπακουνάκης αξίζει να αποτιμηθεί σε ξεχωριστή μελέτη, όπως και τα υπόλοιπα σχετικά έντυπα («Βιβλιοθήκη»/Ελευθεροτυπία, «Βιβλιοδρόμιο»/Νέα, «Αναγνώσεις»/Αυγή κ.λπ.), που συνέπεσαν με μια εποχή μεγάλης κινητικότητας και αλλαγών στον χώρο του βιβλίου και του λογοτεχνικού πεδίου και κυρίως μεταβολών στην εκδοτική αγορά, τις αναγνωστικές συμπεριφορές, την επικοινωνιακή προβολή της λογοτεχνίας και την κριτική διαμεσολάβηση.
Είναι γνωστές φυσικά οι ναρκισσιστικές παγίδες της αυτοβιογραφικής αφήγησης, σχεδόν αναπόφευκτες, που συχνά παράγουν -έστω αθέλητα- ένα διογκωμένο συγγραφικό εγώ. Αυτοβιογραφική αφήγηση σημαίνει άλλωστε εμπρόθετος υποκειμενισμός και η αποστασιοποίηση είναι μάλλον δουλειά του αναγνώστη.
Ο Μπακουνάκης γράφει με τακτ και προσοχή. Είναι τρυφερός απέναντι στον εκδότη Λαμπράκη, χωρίς να παραβλέπει τις αντιφατικές πλευρές του όπως και τις σκοτεινές στιγμές της ιστορίας του ΔΟΛ, αν και δεν τον ενδιαφέρει να τις αναδείξει. Περιγράφει μάλιστα με τόλμη την παρακμή του ενθέτου και της εφημερίδας μετά το 2009 και τον θάνατο του Λαμπράκη, όταν υπό την πίεση της κυρίαρχης τηλεοπτικής λογικής και του εκδοτικού φαινομένου «Πρώτο Θέμα», όπως γράφει, «δίναμε μάχη για να πείσουμε ότι είναι αναγκαία για την εφημερίδα μια σελίδα με τη συνέντευξη ενός Ρικέρ», καθώς «τα αιτούμενο ήταν πλέον μια μεγάλη συνέντευξη της Στεφανίδου ή της Μενεγάκη».
Οπως και να ‘χει, το βιβλίο του Μπακουνάκη είναι ένα απολαυστικό και συναρπαστικό ανάγνωσμα. Είναι επίσης μια αισιόδοξη υπόμνηση της αναγκαιότητας για δυναμική επιστροφή στην ποιοτική και έγκυρη ενημέρωση, στον σύγχρονο κόσμο της ψηφιακότητας, της δικτύωσης και της διασπορικής δημόσιας σφαίρας, χωρίς να κρύβει τις μελαγχολικές διαπιστώσεις για το υποβαθμισμένο περιεχόμενο του ελληνικού Τύπου.
