ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Κουτσοκώστας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Σε αυτό το φέρετρο ακουμπά όλη η Ελλάδα». Το είχε απαγγείλει στην κατεχόμενη Αθήνα, το 1943, ο Αγγελος Σικελιανός αποχαιρετώντας μαζί με μια λαοθάλασσα τον Κωστή Παλαμά. Το λέει σήμερα, 78 χρόνια μετά, ολόκληρη η Ελλάδα στο τελευταίο αντίο στον Μίκη Θεοδωράκη, το λένε ήδη όλοι οι Ελληνες εδώ και μια βδομάδα όταν κυκλοφόρησε σαν αστραπή η είδηση, που όλοι περίμεναν αλλά κανείς δεν ήθελε να ακούσει. Μια είδηση που προκάλεσε και προκαλεί έναν απέραντο εθνικό σπαραγμό, που ίσως κανείς δεν περίμενε. Σε τέτοιο βαθμό, με τόσο πάθος, σε τόσο πολλούς. Σε όλους τους Ελληνες, σε όλο τον κόσμο. Αλλά αυτός ήταν ο Μίκης. Η πάντα όρθια συνείδηση της πατρίδας. Το σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα.

Ο τελευταίος μεγάλος πυλώνας στον Παρθενώνα του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Ηταν μεγάλος σε όλα, ακόμα και στα λάθη του. Δεν έγραφε μουσική απλά και μόνο για να διασκεδάσουμε, να πνίξουμε πόνους, πόθους και πάθη, για να ξεχάσουμε και να ξεχαστούμε. Αλλά και για να μπορέσουμε…λίγο ακόμα, λίγο ακόμα να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα. Να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, κυρίως «όρθιοι», αλληλέγγυοι, συνειδητοποιημένοι. Το τι κατάφερε είναι νωρίς να φανεί, όπως είναι νωρίς για να αποτιμηθεί και να μελετηθεί πλήρως το τεράστιο έργο και η προσφορά του στη μουσική, τον πολιτισμό, την πολιτική.

Αυτές τις επτά μέρες του παλλαϊκού λυγμού για τον Μίκη γράφτηκαν, ειπώθηκαν και ανασύρθηκαν από την εθνική μνήμη πολλά. Σχεδόν όλα. Εχει σημασία όμως, όπως έγραψε και ο ίδιος, να μένουμε στα μεγάλα μεγέθη.

Ο Μίκης ήταν, και εξακολουθεί να είναι, ένας μεγάλος μουσικός επαναστάτης. Στη μουσική τα «κατεδάφισε» όλα χωρίς να χαλάσει τίποτα. Πήρε τη σκυτάλη από τον δάσκαλό του, όπως έλεγε, τον Τσιτσάνη και τον Βαμβακάρη, έβγαλε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι από το περιθώριο και το απογείωσε μπολιάζοντάς το με τα πάθη, τις αγωνίες και τους αγώνες της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Πήρε τη βυζαντινή μουσική από τις εκκλησίες και την έβαλε στα μουσικά του έργα και στις συναυλίες του, έκανε το μπουζούκι αρχικά ισότιμο και στη συνέχεια κυρίαρχο ακόμα και στα συμφωνικά του έργα, μετέτρεψε τον Μπιθικώτση από «μάγκα του Βοτανικού» σε τραγουδιστή της Ρωμιοσύνης, τον τραγούδησαν οι Μπιτλς, η Τζόαν Μπαέζ, η Εντιθ Πιαφ, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ, η μουσική του «έντυσε» ταινίες του Χόλιγουντ και όχι μόνο τον «Ζορμπά», ακούστηκε στα πέρατα του κόσμου, από τη Λατινική Αμερική μέχρι τα Ιμαλάια και από τις μεγάλες αίθουσες σε Ευρώπη και Αμερική μέχρι τη Μόσχα, το Πεκίνο και την Αυστραλία. Κυρίως όμως ο Μίκης ήταν επαναστάτης γιατί ήταν αυτός που «κατέβασε» από τον… Ολυμπο τους μεγάλους ποιητές και «έρανε» με το έργο τους τις λαϊκές γειτονιές.

Η ποίηση του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Σικελιανού, του Βάρναλη, του Κάλβου, του Καμπανέλη, του Γκάτσου, του Κατσαρού, του Αναγνωστάκη, του Λειβαδίτη, του Χριστοδούλου, του Ελευθερίου, του Τριπολίτη, του Νερούδα, του Λόρκα και τόσων άλλων έγινε κτήμα των πλατιών λαϊκών στρωμάτων. Με την μπαγκέτα του Μίκη η μεγάλη ποίηση έγινε τραγούδι, χορός και σύνθημα εκεί όπου χαίρεται, συγκινείται και οργίζεται ο καθένας από εμάς. Στους δρόμους, τα σπίτια, τις ταβέρνες.

Οι απλοί αριστεροί των λαϊκών συνοικιών τραγουδούσαν την… ελίτ της ποίησης, τον Ελύτη και τον Σεφέρη, και οι απλοί δεξιοί γνώρισαν τον Ρίτσο, τον Βάρναλη, τον Λειβαδίτη, τον Αναγνωστάκη αλλά και τον Νερούδα και τον Λόρκα. Αυτή η ώσμωση κάτω από την μπαγκέτα του Μίκη λείαινε τα πάθη και τις άσκοπες αντιθέσεις και έδινε υπόσταση και ψυχή στη λαϊκή ενότητα.

Βεβαίως αυτή η ενότητα ήταν από τα κάτω. Αυθόρμητη, αγνή, ειλικρινής, ώριμο τέκνο της ανάγκης. Ομως στα «πάνω» πατώματα, κυρίως της πολιτικής -για να μην ξεχνιόμαστε- δεν ήταν πάντα όλα ποτισμένα με… ροδόσταμο. Ο Μίκης δεν κυνηγήθηκε μόνο από τους ναζί κατακτητές, που τον συνέλαβαν και τον βασάνισαν το 1943, δεν διώχθηκε μόνο από το εμφυλιοπολεμικό καθεστώς που τον έστελνε εξορία πότε στην Ικαρία και πότε στη Μακρόνησο, ούτε μόνο από τη χούντα στη διάρκεια της οποίας «φιλοξενήθηκε» σε όλες σχεδόν τις φυλακές της χώρας.

Η ιστορική αλήθεια επιβάλλει να θυμόμαστε ότι ο Μίκης και η μουσική του διώχθηκαν και σε εποχές δημοκρατίας. Πολιτικές κυβερνήσεις και μάλιστα εκλεγμένες απαγόρευαν κατά καιρούς τα έργα του και ανέχονταν τους τραμπούκους παρακρατικούς που διέλυαν τις συναυλίες του, μέχρι να τους διαλύσει όλους αυτούς ο ίδιος με τον τυφώνα της μουσικής του. Σήμερα οι απόγονοι, οι επίγονοι και οι κρυφοί και φανεροί θαυμαστές αυτών των ανώμαλων καταστάσεων σιωπούν. Ισως από ντροπή, ίσως από αμηχανία, δεν έχει καμία σημασία.

Αυτό που έχει σημασία και μάλλον δεν έχει προηγούμενο στην Ιστορία αυτού του τόπου είναι ότι ο Μίκης κατάφερε με τη ζωή του να συγκινήσει, να συνεγείρει, να σηκώσει λίγο ψηλότερα τόσους πολλούς. Και με τον θάνατό του να τους ενώσει όλους.