Γεννημένος στη Νάπολη κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα ο Accetto Torquato έγινε γνωστός για το βιβλίο του «Περί έντιμης κρυψίνοιας», που πραγματεύεται τις έννοιες της υποκρισίας και της συμμόρφωσης. Ερευνά στο έργο του την έννοια της μάσκας, του προσωπείου που υιοθετείται για να προστατεύσει την αλήθεια και που γίνεται περισσότερο μέσο επιβίωσης και άμυνας (dissimulation) παρά προσποίησης και απάτης (simulation).
H απόκρυψη, η κρυψίνοια δηλαδή, έγκειται στην αποσιώπηση και στην παράλειψη σε αυτό που εσκεμμένα παραλείπεται. Με αυτόν τον τρόπο η έλλειψη γίνεται η ασπίδα που προστατεύει το υποκείμενο και το βοηθά να αποφύγει τον κίνδυνο. Η συγκάλυψη δεν έχει σκοπό να βλάψει αλλά να παρακρατήσει την αλήθεια ώστε να την φανερώσει όταν η στιγμή είναι κατάλληλη, αναδεικνύοντας έτσι τις αρετές της ευπρέπειας και της κοσμιότητας ενός υποκειμένου που με τη στάση του αυτή διαφοροποιείται από τη στάση του αντιμαχόμενου.
Αντλώντας έμπνευση από το έργο του Ιταλού συγγραφέα, ο Τηλέμαχος Πατέρης, με καταγωγή από τον Βόλο αλλά μόνιμα πλέον εγκατεστημένος στη Νάπολη, επέστρεψε στη γενέτειρά του για μια ιδιόμορφη έκθεση στον Xώρο Tέχνης δ. που αποτελείται από ένα συνονθύλευμα συνδιαλεγόμενων γλυπτών και φιλοσοφικών αποσπασμάτων.
Πάντρεψε τις ιδέες του Accetto Torquato με μια ιδιωτική οικία των υστερορωμαϊκών χρόνων, την οικία Ω, και τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στη Νάπολη με τις σπουδές του στη φιλοσοφία, για να δημιουργήσει ένα κράμα από μυθοπλαστικά στοιχεία που αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα. Στα φιλοσοφικά αποσπάσματα διακρίνει την κρυψίνοια στο έργο του Πλάτωνα και καταδεικνύει την πορεία της σε τρεις ενδεικτικά φιλοσοφικές τάσεις και εποχές. Από την άλλη, οι προτομές των ανώνυμων λογίων μνημονεύουν το έργο και τη σκέψη εκείνων που άνευ των ανάλογων προσωπείων χάθηκαν βαλλόμενοι ή υποτιμημένοι στα βάθη του χρόνου.
Σήμερα σώζονται τα απομεινάρια τεσσάρων περίτεχνων ιδιωτικών επαύλεων ονομαζόμενων Α, B, C και D, που ανεγέρθηκαν περί το 400 μ.Χ. στη βόρεια κλιτύ του Αρείου Πάγου και που αποτελούσαν κατοικίες σοφιστών και πόλο διδασκαλίας της φιλοσοφίας. Το πιο περίπλοκο και πολυτελές οικοδόμημα από την ομάδα των επαύλεων αυτών είναι η οικία C, έκτασης 1.800 μ2 , γνωστή ως «Οικία Ω». Την οικία κοσμούσε μεγάλη συλλογή γλυπτών, τα περισσότερα και πιο καλοδιατηρημένα από τα οποία βρέθηκαν μέσα σε δύο πηγάδια. Το 529 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απαγορεύει τη λειτουργία των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας για χάρη του χριστιανισμού και εκδιώκει τον ευκατάστατο εκπρόσωπο της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, εικαζόμενο ιδιοκτήτη της Οικίας Ω, για να τον αντικαταστήσει με προεξάρχον μέλος της αναδυόμενης χριστιανικής κοινότητας. Το νυμφαίο της οικίας μετατρέπεται σε βαπτιστήριο και ένας σταυρός τοποθετείται στη θέση της κεντρικής ειδωλολατρικής παράστασης του ψηφιδωτού του δαπέδου.
Στην εγκατάσταση του Τηλέμαχου Πατέρη ο Χώρος Τέχνης δ. έγινε νοερό κάτοπτρο της οικίας Ω και τα κεφάλια των τριών ανώνυμων λογίων και φιλοσόφων της έκθεσης βγήκαν ως γλυπτά εκ νέου από το πηγάδι, ενώ τα φιλοσοφικά κείμενα ξαναβρήκαν τη θέση τους στον χώρο.
Οι διασπασμένες, παραμορφωμένες κεφαλές διά της έλλειψής τους προσέδωσαν την α-λήθεια τους, την ανάδυσή τους από τη λήθη και στο σύνολό της η σύνθεση «Πλάτος Πλατωνικής Κρυψίνοιας» καταδείκνυε την ευθραυστότητα των υποκειμένων που είτε αδυνατώντας ή μη να συμμορφωθούν στη νέα πραγματικότητα, είτε ανίκανοι ή όχι να υιοθετήσουν τη μάσκα της έντιμης κρυψίνοιας προδιαγράφουν τη μοίρα τους- μια μοίρα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τούς καταδικάζει σε εκκωφαντική αποσιώπηση, βίαιο εκδιωγμό και απροκάλυπτη διαστρέβλωση.
Το συγκρουσιακό στοιχείο επικρατούσε στον χώρο και καθιστούσε καταφανή την έλλειψη συμβατικότητας και ορθότητας που χαρακτηρίζει τα πρόσωπα, τα οποία αν μη τι άλλο βρίσκονται παγιδευμένα σε ένα δυστοπικό σύμπαν.
*Εχει σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία και Ιστορία της Τέχνης στην Αθήνα και το Λονδίνο. Τα ενδιαφέροντά της επικεντρώνονται στις φιλολογικές και κινηματογραφικές εκφάνσεις του μοντερνισμού
