Ταριχευμένος στο κλεινόν και περίκλειστο άστυ τους τόσους μήνες της καραντίνας, είπα κι εγώ να εκδράμω στα νησιά ένα καυτό Σαββατοκύριακο να με βαρέσει, βρε αδερφέ, το μελτέμι, μπας και αναζωογονηθώ στην αρμύρα της θάλασσας και στο πιτσίλισμα των κυμάτων. Εκανα κράτηση στο πρακτορείο της γειτονιάς –«Βαρδούσια Travel»– μολονότι παραπέμπει τ’ όνομα, αντί για τις χρυσαφένιες ακρογιαλιές του Αργοσαρωνικού και των Κυκλάδων, σε ολόλευκες ρουμελιώτικες κορυφογραμμές υψομέτρου 2.495 και άνω.
Απέχει παρασάγγας σε εξυπηρέτηση από τα υπόλοιπα της ευρύτερης περιοχής Γαλατσίου, Κυψέλης και Πατησίων το ως άνω γραφείο. Με πηγαίο και ειλικρινές χαμόγελο σε υποδέχονται πάντα οι αδελφές Κατερίνα και Αθανασία κι ας περιμένουν στη σειρά για εισιτήρια μια εικοσαριά ανυπόμονοι φερέλπιδες ταξιδιώτες και χτυπούν ταυτοχρόνως δαιμονιωδώς τα τηλέφωνα. Επισύναψαν στο μαγικό μπιλιέτο το υγειονομικού ενδιαφέροντος έντυπο, στα τετραγωνάκια του οποίου βεβαιώνεις πως τυγχάνεις ολωσδιόλου απύρετος, δεν ήλθες προσώρας σε στενή επαφή με γνωστό κρούσμα και τα συναφή καθησυχαστικά που δείχνεις στην μπουκαπόρτα του βαποριού για να σου επιτραπεί η είσοδος.
Ξηγιούνται μεραγκλαντάν τα κορίτσια, καθότι παζάρεψαν ανατολίτικα με γειτονικά διαγνωστικά κέντρα και εξασφάλισαν σπέσιαλ τιμές για την εκλεκτή πελατεία τους· δέκα με δώδεκα ευρώ τα Ράπιντ και γύρω στα είκοσι τα μοριακά τεστ. Προσωπικά δεν χρειάστηκα κανένα απ’ τα δύο. Πρόσθεσα στον φάκελο την αστυνομική μου ταυτότητα και καλοδιπλωμένο το πιστοποιητικό εμβολιασμού – AstraZeneca με κάτι γραμματάρες νά, παρακαλώ, μην πάει και μας περάσουνε για τίποτα φλώρους της Pfizer ή για παλιομοδίτες της Moderna.
Ιδιαζόντως επιμήκη ουρά συνάντησα άγρια χαράματα μπροστά στον καταπέλτη του πλοίου. Κινούμαστε με εκνευριστικό βήμα σημειωτόν, αφού οι επιτετραμμένοι του πληρώματος έκαναν, υποτίθεται, εξονυχιστικούς ελέγχους στα αντι-Κόβιντ έγγραφα των υποψήφιων ταξιδιωτών.
Δεν είδα, πάντως, να αποβιβάζουν ούτε έναν. Κατάλαβα το γιατί, όταν έφθασε επιτέλους η σειρά μου. Πήρε δυσανασχετώντας τον φάκελο ο αξιωματικός, έκοψε το εισιτήριο παρατηρώντας σχολαστικά τα στοιχεία του, κράτησε το χαρτί με τα συμπληρωμένα τετραγωνάκια κι είπε, δείχνοντας τη σελίδα του AstraZeneca, χωρίς να μπει στον κόπο να την ανοίξει: -«Ράπιντ τεστ;». -«Οχι, εμβόλιο». -«Καλά, πέρνα». -«Δεν θα το κοιτάξετε;». -«Πού να προλάβω! Πέρασε, πέρασε. Καλό ταξίδι». Ιδεάζομαι πως κάπως έτσι μπουκάρισαν όλοι ανεξαιρέτως οι συνταξιδιώτες μου. Κι η πληρότητα του καραβιού ανήλθε σε τριψήφιους επί τοις εκατό αριθμούς. Αντίστοιχη ήταν η τήρηση των μέτρων και στο νησί.
Ιδροκοπώ τώρα με ντάλα ήλιο στο κατάστρωμα, γράφοντας τούτες τις αράδες κατά το δρομολόγιο της επιστροφής. Με κυριεύει ασυνήθιστος βήχας Ιούλη μήνα, η παλάμη μου καίγεται μόλις την ακουμπήσω στο κούτελο, νιώθω κρυάδες σύγκορμα, κομμάρες πίσω απ’ τα γόνατα κι αδυνατώ να οσμισθώ την αύρα του πελάγους, ακόμα και τη ρυπογόνα καπνίλα του φουγάρου. Πέρασα, όμως, υπέροχα. Αν το άστρο μου ορίζει να με σώσει η Astra και δεν βρεθώ μεσοβδόμαδα σε καμιά μονάδα ειδικής φροντίδας, θα επαναλάβω οσονούπω το ασφαλές ταξιδάκι.
