ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε λίγο καιρό (7 Ιουλίου 2021) συμπληρώνονται δύο χρόνια από τότε που σχηματίστηκε η παρούσα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Με αφορμή αυτή τη διετία έχουμε την ευκαιρία ως πολίτες, οι οποίοι δεν αυτοπροσδιορίζονται μόνον ως ψηφοφόροι, να κάνουμε μερικές θεωρητικο-πολιτικές σκέψεις για τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία αυτής της κυβέρνησης.

Στη σύγχρονη εποχή, οι απαρχές της οποίας μπορούν να οριστούν στη δεκαετία του ’90 μετά την πτώση του Τείχους και το τέλος του ψυχρού πολέμου, παρατηρούνται φαινόμενα εκφυλισμού της δημοκρατίας και παθογένειας της πολιτικής. Πολλοί πολιτικοί φιλόσοφοι και στοχαστές δεν αναλύουν περιπτωσιολογικά αυτά τα φαινόμενα, αλλά ομιλούν για ριζική αλλαγή του πολιτικού παραδείγματος. Ενας απ’ αυτούς είναι και ο υπογράφων. Υποστηρίζω λοιπόν ότι η πολιτική, κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει ριζικά αλλάξει, έχει στην κυριολεξία «μεταμορφωθεί» σε τεχνοκρατία.

Απ’ αυτή την εξέλιξη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση η κυβέρνηση Μητσοτάκη, την οποία χαρακτηρίζω μεταδημοκρατική υβριδική οντότητα και θα εξηγήσω τι εννοώ με αυτόν τον όρο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει πολιτική και κοινοβουλευτική καταγωγή και προέλευση, αλλά η δράση της έχει οργανωθεί με επιτελικούς και τεχνοκρατικούς όρους και πλαίσια. Εντός μόλις μιας διετίας, η πολιτική στην Ελλάδα υποχώρησε και αντικαταστάθηκε από την τεχνοκρατική αρχή της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας (στα γερμανικά ο όρος είναι Leistungsprinzip). Αυτό σημαίνει πως η δημοκρατική αρχή (δηλαδή το σύνολο των δημοκρατικών θεσμών του κράτους δικαίου, του κοινωνικού κράτους, του συστήματος κ.ά.) επικαθορίζεται από την τεχνοκρατική αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία, σε τελευταία ανάλυση, υπονομεύει την ίδια την πολιτική μορφή ζωής, η οποία διαμορφώθηκε ιστορικά από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.

Τρία είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τα οποία δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως υβριδικής οντότητας. Το πρώτο αναφέρεται στη σχέση της με την αρχή της αντιπροσώπευσης, δηλαδή με την ίδια την κοινωνία και τις ταξικές διαστρωματώσεις της. Ενώ η κυβέρνηση Μητσοτάκη προήλθε από κοινοβουλευτικές εκλογές, στη συνέχεια οργανώθηκε ως επιτελικό κράτος. Αυτό σημαίνει ότι δεν επεδίωξε να συνδέσει την εκπροσώπηση των κοινωνικών τάξεων με το κυβερνητικό πρόγραμμα για το οποίο εξελέγη, αλλά εκπόνησε ένα τεχνοκρατικό πρόγραμμα επιτελικής διαχείρισης των κοινωνικών προβλημάτων. Εδώ σημειώνω ότι αυτή είναι η μοίρα κάθε κυβέρνησης, η οποία θέτει στο περιθώριο την αρχή της αντιπροσώπευσης και αδιαφορεί να κρατά ζωντανό το δημοκρατικό πνεύμα σε κάθε απόφασή της, σε κάθε πράξη της.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη προκύπτει από τη σχέση της με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Εδώ πρόκειται για «δύο ξένους στην ίδια πόλη». Ακόμη και πολιτικοί αναλυτές του συντηρητικού χώρου επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη και το κόμμα της Ν.Δ. δεν μπορούν να συναντηθούν ιδεολογικο-πολιτικά παρά μόνο στο πουθενά! Κατά τη δική μου ερμηνεία, η αυτονόμηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και η ιδεολογικο-πολιτική απόσταση που χωρίζει αυτές τις δύο οντότητες οφείλονται ακριβώς σε αυτές τις δύο εξελικτικές διαδικασίες: στη μετατροπή του κόμματος της Δεξιάς από εκφραστή αιτημάτων και συμφερόντων επιμέρους κοινωνικών τάξεων σε γραφειοκρατικό μηχανισμό και στη «μεταμόρφωση» μιας κοινοβουλευτικώς εκλεγμένης κυβέρνησης σε επιτελικό κράτος, δηλαδή σε έναν διοικητικό μηχανισμό, ο οποίος αρνείται να λογοδοτήσει για τις αποφάσεις και τις πράξεις του σύμφωνα με τη δημοκρατική αρχή, αλλά προσφεύγει σε «κλειστά συστήματα» λογοδοσίας, όπως π.χ. είναι το πρόσφατο παράδειγμα για την ασυλία των μελών των επιμέρους επιτροπών που έχουν επωμισθεί το έργο καταπολέμησης της πανδημίας.

Το τρίτο χαρακτηριστικό γνώρισμα που καθιστά την κυβέρνηση Μητσοτάκη μεταδημοκρατικό υβρίδιο έχει να κάνει με την τεχνοκρατική επεξεργασία και εκπόνηση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης που υποβλήθηκε προς έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επειδή το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό και θα επανέλθω, σημειώνω μόνον το εξής: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ως μεταδημοκρατικό υβρίδιο, όπως εξήγησα σε αυτή την παρέμβασή μου, δεν μπορεί να επεξεργαστεί το νέο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να δεσμεύσει τη χώρα με τις αποφάσεις της για την επόμενη δεκαετία. Εχει μόλις δύο χρόνια μπροστά της ακόμη για την τεχνοκρατική επιβίωσή της.

* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης