ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κωστής Χατζημιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη μνήμη των δασκάλων Σουζάνας Αντωνακάκη και Μίμη Φατούρου

Τα καλά νέα έφτασαν από το Βερολίνο. Η Νέα Πινακοθήκη του 20ού Αιώνα, σχεδιασμένη από τον Μις Βαν ντερ Ρόε, ανακαινίζεται και πρόκειται να ανοίξει τον Αύγουστο. Θυμάμαι με δέος αυτό το κτίριο, όταν το είχα δει πρώτη φορά το 1964 στη φάση κατασκευής, φοιτητής ακόμη, σκαστός από τη Θεσσαλονίκη στο Βερολίνο για μισό χρόνο. Τότε είδα για πρώτη φορά κτίρια από ατσάλι, μεγάλα υαλοστάσια, μεθόδους κατασκευής άγνωστες τότε στην Ελλάδα.

Το «λιγότερο είναι το περισσότερο» και ο «θεός είναι στις λεπτομέρειες», τα δυο αποφθέγματα του Μις βρίσκουν την αποθέωσή τους σ’ αυτό το κτίριο-σύμβολο του μεταπολεμικού μοντερνισμού.

Αρκετά αργότερα αμφισβήτησα τις αρετές του, αυτή την έντονη διαφάνεια που χαρακτηρίζει και τα άλλα κτίρια του Μις, ιδίως εκείνες τις κατοικίες στο δάσος με το γυαλί γύρω-γύρω. Μετά τα εγκαίνια της Νέας Πινακοθήκης το 1968, το κτίριο υπήρξε αντικείμενο έντονης κριτικής και χλευαστικών σχολίων, όπως «υπόστεγο για ωρίμανση μπανάνας», «έκθεση αυτοκινήτων», «γκαράζ αεροπλάνων» κ.ά.

Παράπονα είχαν και οι επιμελητές εκθέσεων: το φως από τα υαλοστάσια και η αντανάκλαση από τον γρανίτη στο πάτωμα έκαναν δύσκολη τη σύνθεση των κινητών πετασμάτων για τα εκθέματα που είχε προβλέψει ο Μις. Κανείς όμως δεν τόλμησε να το πειράξει και το τοπικό κράτος του Βερολίνου το κήρυξε διατηρητέο, όπως και δεκάδες άλλα κτίρια του προπολεμικού και μεταπολεμικού μοντερνισμού στη Γερμανία – μεταξύ άλλων, τη Φιλαρμονική και τη Βιβλιοθήκη του Χανς Σααρούν, τα κτίρια των Μέντελσον και Τάουτ, όλα τα κτίρια της εποχής Μπαουχάουζ, τους 4 οικισμούς κοινωνικής κατοικίας του 1920 (οι οποίοι επιπλέον είναι και παγκόσμια κληρονομιά της Ουνέσκο).

Στην «Καθημερινή» (28/3/21) διάβασα ότι ο Βρετανός αρχιτέκτων Ντέιβιντ Τσίπερφιλτ «…ως χειρουργός αλλά και ως αυτόνομος δημιουργός, παρεμβαίνει, εκσυγχρονίζει, διασώζει και παρατείνει τη ζωή για πολλές ακόμη δεκαετίες ενός κτιρίου-ορόσημου για το μεταπολεμικό Βερολίνο». Πώς όμως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς σε ένα κτίριο-παγκόσμιο σύμβολο και μάλιστα διατηρητέο;

Τα κακά νέα ή, μάλλον, η αργόσυρτη δημιουργία των κακών νέων έρχονται από την Αθήνα. Μιλώ βέβαια για τη δική μας Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, για την οποία με έκπληξη έμαθα ότι ήταν κι αυτή διατηρητέο κτίριο. Δεν ήταν βέβαια παγκόσμιο σύμβολο με τη βαριά υπογραφή κάποιου όπως ο Μις. Ηταν όμως ένα κτίριο-κόσμημα του ελληνικού ύστερου μοντερνισμού, σχεδιασμένο από δημιουργούς με διεθνές κύρος, τους Παύλο Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρο με συνεργάτη τον, σήμερα διάσημο, Δημήτρη Αντωνακάκη.

Γράφω «ήταν» επειδή η συγκεκριμένη επέμβαση με πρόσχημα την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό, με τους μπετονένιους πύργους κατακόρυφης κυκλοφορίας, την τεράστια αντιοικολογική γυάλινη όψη που εξαφανίζει τον ρυθμό και τις αναλογίες της παλιάς, τις ράμπες και το πανωσήκωμα, δύσκολα υποστηρίζεται ως επέμβαση σε διατηρητέο.

Αλλά και να μην ήταν διατηρητέα η Πινακοθήκη, η σημερινή επέκταση αποτελεί μια βάναυση χειρονομία, ακόμα ένα λιθαράκι στην καταστροφή δημόσιων κτιρίων σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Ακολουθεί τη μοίρα της κατεδάφισης του μισού Φιξ του Ζενέτου, τη μετατροπή των γραφείων του Δοξιάδη σε πολυτελή lofts, τον ασφυκτικό εναγκαλισμό με σιδερένια επέκταση της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Καραντινού στη Θεσσαλονίκη και τόσα άλλα.

Δεν είμαι γενικά αρνητικός στις σημερινές επεμβάσεις σε παλιά και σύγχρονα κτίρια, μιλώ για την επίλυση της συγκεκριμένης επέμβασης. Τα πολυτελή της εγκαίνια καλύφθηκαν από τα διθυραμβικά σχόλια των ΜΜΕ, όπως γίνεται συνήθως, χωρίς αρχιτεκτονική κριτική για το ολοκληρωμένο πλέον έργο. Ωστόσο, όταν είχαν δημοσιευτεί τα φωτορεαλιστικά σχέδια της πρότασης το 2011, ο Τάσος Μπίρης πρώτος άσκησε κριτική, όπως αργότερα οι Τάσης Παπαϊωάννου, Βασίλης Μιστριώτης, Γιώργος Μητρούλιας, Γιώργος Τριανταφύλλου κ.ά.

Το έργο όμως είχε πάρει τον δρόμο του για να καταλήξει σ’ αυτό που βλέπουμε σήμερα. Η διευθύντρια της Πινακοθήκης, κυρία Λαμπράκη-Πλάκα, δήλωσε με ικανοποίηση στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (7/3/21) ότι «ο σχεδιασμός της νέας Εθνικής Πινακοθήκης άλλαξε όχι μόνο τη λειτουργία, αλλά και την όψη της προσαρμόζοντάς την στη μουσειολογική και αισθητική αντίληψη του 21ου αιώνα» και συνέχισε λέγοντας:

«Σίγουρα δεν είναι η παλιά αισθητική του μπάουχαους με το αδρό μπετόν. Τώρα είναι ένα πολυτελές μουσείο, με καλοδουλεμένα ξύλα, με ωραίους φωτισμούς, δηλαδή μια λιτή, μίνιμαλ πολυτέλεια, σύμφωνα με τη σύγχρονη αρχιτεκτονική».

Αυτό λοιπόν ήταν το ζητούμενο: στο σώμα του πληγωμένου κτιρίου «να ακουμπήσει» μια glamorous αρχιτεκτονική εντυπωσιασμού, με καλοδουλεμένα ξύλα και ωραίους φωτισμούς, μακριά από το αδρό μπετόν, ώστε να αρέσει στο life style του 21ου αιώνα, διαθέτοντας καφέ με ωραία θέα στον όροφο του πανωσηκώματος.

Ακόμη και οι αρχιτέκτονες του έργου, Αρχιτεκτονική ΕΠΕ Γραμματόπουλος-Πανουσάκης, διαμαρτυρήθηκαν το 2019 για την αντικατάσταση της λεπτής μεταλλικής κατασκευής των πύργων κυκλοφορίας με μπετόν, την κατάργηση των διπλών τζαμιών και κλιματισμού στο κεντρικό τμήμα της όψης. Προξενεί όμως έκπληξη το αίτημα των σημερινών αρχιτεκτόνων «να διαφυλάξουν το κτίριο από ακατάλληλες παρεμβάσεις», όπως έγραψαν.

Τι να πουν όμως οι αρχικοί εμπνευστές του, οι μελετητές του, ενεργοί δημιουργοί, από τους σημαντικότερους Ελληνες αρχιτέκτονες με διεθνή αναγνώριση; Σκέφτηκαν άραγε οι νέοι μελετητές να ακούσουν τη γνώμη τους; Ψιλά γράμματα θα μου πείτε. Κάπως έτσι λοιπόν, μαζί με τον εορτασμό των 200 χρόνων, γιορτάσαμε με υψηλούς προσκεκλημένους και τον βιασμό της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Τελειώνω με ένα παράπονο. Γράφω αυτό το σχόλιο ως αρχιτέκτονας σε πρώτη μετεμψύχωση, γιατί εδώ και 40 χρόνια ασχολούμαι, όπως είναι γνωστό, αποκλειστικά σχεδόν με τη γεωγραφία. Πού είναι ο άλλοτε λαλίστατος Σύλλογος Αρχιτεκτόνων; Πού είναι οι δεκάδες θεωρητικοί της αρχιτεκτονικής, εν ενεργεία και ομότιμοι; Και, τέλος, πού είναι οι φοιτητές των αρχιτεκτονικών σχολών; Δεν τους αφορά ο βιασμός της υλοποιημένης σύγχρονης αρχιτεκτονικής;

Προς το σημερινό επίσημο κράτος και το υπουργείο Πολιτισμού φυσικά δεν αξίζει η παραμικρή επίκληση, το υπουργείο και το Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων είχαν εξάλλου εγκρίνει τη μελέτη.

Οι αποφάσεις τους σε όλη την Ελλάδα, από το τσιμέντωμα της Ακρόπολης μέχρι την καταστροφή της «Βυζαντινής Πομπηίας» στον σταθμό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, χαιρετίζουν με συνέπεια τη Νέα Εθνική Πινακοθήκη που σήμερα ονομάζεται και Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Το glamorous έχει πάντα χορηγούς που θέλουν να βλέπουν το όνομά τους στο κτίριο με μεγάλα γράμματα και σε περίοπτη θέση.