Σε μια εποχή που το βλέμμα ακυρώνεται από την εικόνα, η αλήθεια σκιάζεται από τη συγκάλυψη και η μνήμη απαξιώνεται από το νομικό τερτίπι του παραγραφόμενου αδικήματος, δυο γυναικείες φωνές ενώνονται και φωνάζουν: Με βλέπεις;
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου και η Τασούλα Επτακοίλη συναντιούνται και αποφασίζουν να μας μιλήσουν εκτός προγράμματος και προσχημάτων. Εχουν προσεγγίσει, η καθεμία από τη δική της οπτική, τον ανθρώπινο πόνο και διαχειρίζονται από διαφορετικά μετερίζια τον αποχωρισμό, την απογοήτευση, τη ματαίωση. Αποφασίζουν να δουν φως στο τούνελ της πανδημικής θλίψης και να το δείξουν και στους αναγνώστες τους.
Μιλούν με απλότητα και ευθύτητα για τον πρωτόγνωρο εγκλεισμό και την ανησυχία που προκαλεί. Μέσα από γεγονότα και σκέψεις αποδεικνύουν πως η ευαισθησία και η ελευθερία έκφρασης αν δεν μας σώζουν άμεσα στη συγκεκριμένη συνθήκη, τουλάχιστον μας βοηθάνε να μη βουλιάξουμε.
Οχι όμως και να μη βουτάμε στην ουσία: «…Τι χρώμα έχει ο εγκλεισμός; Μέσα από την αλληλογραφία μας που κράτησε δύο μήνες, συναντηθήκαμε με αλλόκοτα και κάποιες φορές τρελά χρώματα. … λευκό… γκρίζο… μαύρο αλλά και… πρασινογάλαζο, σκούρο σμαραγδί, πορτοκαλί…βαθύ μπλε… όλα τα χρώματα του βυθού… η Τασούλα κι εγώ γίναμε και βουτηχτές. Δοκιμάσαμε βουτιές στο μέσα μας».
Χωρίς να αρνούνται τον κόσμο με την ασχήμια και τα επώδυνα βιώματά του, επιλέγουν τη λύτρωση της ανταποδοτικής γραφής για να μιλήσουν η μια στην άλλη, αφού «και οι λέξεις φλέβες είναι, μέσα τους κυλάει αίμα» (Ρίτσος). Μεταφέρουν σε μας την πίστη για τη δύναμη του ανθρώπου, μια δύναμη που αποκαλύπτεται μέσα από το βλέμμα που συμπονά, ενδιαφέρεται, συγχωρεί.
Το βλέμμα που «κερδίζει στα σημεία» την υπερπροβολή της ψεύτικης εικόνας, των selfies και των ωραιοποιημένων στιγμιότυπων, των ψεύτικων ζωών που το life style των τελευταίων χρόνων επιβάλλει. Μας μιλούν για την κρυμμένη ομορφιά της πόλης: τη μαγεία των πουλιών που εξορίσαμε από τις ζωές μας, τα τρεχούμενα νερά των σιντριβανιών, τα δέντρα – μορφές ζωής που οφείλουμε να σεβόμαστε. Ο τρόπος που επιλέγουμε να προσεγγίσουμε την καθημερινότητα μας, προσδιορίζει/στοιχειοθετεί την άμυνα μας απέναντι σε ό,τι μας πληγώνει, από την κακία και την αδιαφορία έως την αρρώστια.
To «Mε βλέπεις» περικλείει μέσα του την αγωνία του παιδιού, το καρδιοχτύπι του ερωτευμένου, τον φόβο του ενήλικα για τον εαυτό και τον Αλλο. Προσδιορίζει τη δυϊκή εκείνη σχέση που αποδεικνύει ότι η συμμετοχική διαδικασία δίνει νόημα και ουσία στην ύπαρξη. Είτε πρόκειται για τις δύο δημιουργούς του βιβλίου, είτε για τον νεαρό γιατρό στη Γουχάν που έβγαλε στον προαύλιο χώρο τον προσβεβλημένο από κορονοϊό 85χρονο ασθενή του να δουν μαζί το ηλιοβασίλεμα.
Κι αφού το επιτρεπτό άγγιγμα σωμάτων, που μέχρι τώρα συσχετιζόταν με το εξαιρετικά ευεργετικό συναίσθημα της σύνδεσης και της ενότητας, απαγορεύεται μέσα στα πλαίσια των υγειονομικών πρωτοκόλλων για την αντιμετώπιση του ιού, οι δύο συγγραφείς επιλέγουν το άγγιγμα ψυχής μέσα από την εξομολογητική τους επικοινωνία. Ετσι, γράφεται ένα βιβλίο που, χωρίς επαναστατικές τυμπανοκρουσίες, επιμένει, παρ’ όλη τη θλίψη και τον θάνατο, να βλέπει τη νίκη της ανθρωπότητας, όταν δεν χάνει την ανθρωπιά της.
Η συνάντηση των δυο δημιουργών με ενσυναίσθηση και ήθος αποδομεί την ομαδική πλάνη για τη θεοποίηση της εικόνας και την παραβίαση της αυθεντικότητας. Δεν διστάζει να μιλήσει για πληγές και εν μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων να επαναπροσδιορίσει την ομορφιά της ζωής μέσα από το βλέμμα. Με ενδιαφέρον αγγίζει και ακουμπά ό,τι πριν προσπερνούσε ή περιφρονούσε ή δεν τολμούσε να αποδεχθεί ως σημαντικό: έναν περίπατο, μια ζωγραφιά σε έναν τοίχο, ένα μήνυμα.
Χρώματα και μυρωδιές που ακολουθούν την Φ. Τσαλίκογλου στη συγγραφική της πορεία ως κρίκοι μιας αλυσίδας («…το λουλάκι είναι μια σπάνια πλέον λέξη, ένα χρώμα χαμένης πατρίδας») αλλά και θύμησες και ανησυχίες για τους αγαπημένους ως σημείο αναφοράς στις συγγραφικές δημιουργίες της Τ. Επτακοίλη («Εχω ανάγκη την άπλα των αναμνήσεων»), συναντώνται στο «Με βλέπεις;». Τ
ο βιβλίο λειτουργεί ως ρίζα σιγουριάς για την αγάπη που δεν χάθηκε. Τα πολυαγαπημένα πρόσωπα το συντροφεύουν συνδράμοντας με τον ίσκιο τους αλλά και οι συγγραφείς αποφασίζουν το βλέμμα τους να καθορίζεται από την καρδιά και όχι απλώς από την όρασή τους. Αλλωστε, «δεν βλέπουμε αυτό που κοιτάζουμε, βλέπουμε αυτό που είμαστε». Και είμαστε ό,τι προστατεύουμε και ό,τι υπερασπιζόμαστε.
Το «Με βλέπεις;» είναι μια κραυγή για την παγίδευση του ανθρώπου σε μια ψευδαίσθηση ατομικότητας. Με το κυρίαρχο συγκροτησιακό στοιχείο κάθε ανθρώπινης ύπαρξης που ταυτόχρονα είναι και μέσο επικοινωνίας, τη γλώσσα, το συγκεκριμένο βιβλίο μάχεται συστηματικά και αποφασισμένα. Παλεύει με την αποξένωση της μεγαλούπολης, που τραγικά κορυφώνεται στις συνθήκες της επιβεβλημένης καραντίνας.
Η γραφή για τη Φωτεινή Τσαλίκογλου και την Τασούλα Επτακοίλη προσδιορίζει την ελευθερία ως πιθανότητα πραγματοποίησης απλών επιθυμιών, που παρατίθενται ξεκάθαρα και με απλότητα. Οι σκέψεις και οι στοχασμοί τους εφαλτήριο ενός αγώνα για να αφυπνιστούν οι αναγνώστες και οι θλιμμένοι συνάνθρωποι. «Μια κίνηση προς την πλευρά της ζωής» σαν «δύο κλαδάκια με λευκά άνθη – κλεμμένη χαρά. Υπόσχεση όμως για τις άλλες που θα επιστρέψουν. Οποτε…»
