Η τελευταία ποιητική συλλογή «Αιφνίδιων ήχων φως» του Τάσου Μπέσιου, δομημένη σε τρεις ενότητες (αιφνιδιασμοί, απώλειες, χαρμολύπη) ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται στίχοι μινιατούρες, επικεντρώνεται – όπως και στις προηγούμενες- στις οντολογικές διαστάσεις της ύπαρξης, που είναι και μείζονα θέματα της λογοτεχνίας: χώρος – χρόνος, λόγος – σιωπή, θάνατος – ζωή, εξωτερική – εσωτερική οντολογική πραγματικότητα.
Στην παρούσα λοιπόν συλλογή, με μια μελαγχολική μουσικότητα και έναν αιχμηρό λυρισμό, σε συνδυασμό με τη μέγιστη αμεσότητα εικόνων έντονων αντιθέσεων «Το φως της νύχτας/ Το σκοτάδι της μέρας/ Για μια ακόμα φορά/ Η αυγή αποσοβεί τη σύγκρουση» (Αφανής ισορροπία), η γραφή κρατημένη σ’ ένα λεπτό νήμα ισορροπίας αγγίζει το απώτατο όριο διαύγασης της ενότητας θάνατος – ζωή: «Η ζωή/ Πουλί αιχμάλωτο/ Σε ζωικό ή φυτικό κλουβί./ Πάντα καταφέρνει/ Να αποδράσει» (Η ζωή).
Η βαθιά επίγνωση από τον ποιητή της ροής του χρόνου, άμεσα συνυφασμένου με τη θνητότητα του ανθρώπου και την απώλεια του άχρονου της παιδικής ηλικίας, μας δίνει στίχους όπως: «Των παιδικών ματιών το χρυσό φως/ βορά στα αδυσώπητα αύριο» (Μινιατούρες I).
Η οξεία οντολογική συνείδηση του ποιητή για τη ζωή, ως ένα διαρκές θνήσκειν εντός της άφατης εμπειρίας του θανάτου, ωθεί τον αγώνα του με τις λέξεις στη θραύση του ίδιου του λόγου, σε εκείνο το οριακό σημείο που ο λόγος, πλάνη και ο ίδιος, λάμπει πριν σβήσει στο κενό της απουσίας, φωτίζοντάς το: «…Λίγες μόνο…/ λίγες μόνο στιγμές τα ονόματα πριν εκραγούν/ και στο χώρο απλωθεί το βασίλειο το Σιωπής» (Το βασίλειο της Σιωπής).
Η ζεύξη θανάτου και λόγου – σιωπής στο ποίημα «Πτήση θανάτου» κινείται μουσικά στη διάσταση μιας νέκυιας λέξεων η οποία σαν χείμαρρος ξεσπά με τις χρονικές παύσεις – σιωπές να αδυνατούν να τη συγκρατήσουν και τελικά μάταια να αγωνίζονται να σπάσουν το άτμητο κρύσταλλο της σιωπής: «Λέξεις…/ Μονοσύλλαβες χωρίς σώμα χωρίς φθόγγους χωρίς ήχο./ Εφορμούν κατά μέτωπο/ στο άτμητο κρύσταλλο της Σιωπής. Και κόκκινη/ κατασκότεινη/ νεκρή κουβέρτα σκεπάζει τον ορίζοντα και των ανθρώπων/ την ψυχή».
Σ’ αυτό το ποίημα διαπλέκεται το βάρος της οδύνης του θανάτου με την αισθητική απόλαυση, η οποία εκδηλώνεται σ’ αυτούς τους στίχους απίστευτης ομορφιάς που ενώ παρηγορούν, οξύνουν τη συνείδηση της τραγικότητας του ανθρώπου.
Η συνείδηση της τραγικότητας του ανθρώπου εξυψώνεται συγκλονιστικά σε διερώτηση για τη στιγμιαία σύλληψη της ενότητας ζωής- θανάτου στο ποίημα «Στον πρόλογο της καταστροφής» που με πρώτη ματιά φέρνει τον ποιητή σε διάλογο με τον Οδ. Ελύτη:
«Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται» (1). Ομως στο ποίημα του Τ. Μπέσιου – ίσως, κάτι αντίστοιχο συναντάμε στην ποίηση του Φερνάντο Πεσόα (2) -, μας προσφέρονται στίχοι όπως: «…Πώς θα έμοιαζε άραγε/ ο εαυτός διαμελισμένος σε σχετικά αυτόνομα φέουδα;/ …Ισως μια αιφνίδια και αλλόκοτη αυτονομία/ δεύτερων λεπτών. Και ακαριαία το εγώ/ να εκραγεί μοιράζοντας το λιγοστό του χρυσάφι/ δωρίζοντας τους φόβους του./ Προσφέροντας την τελευταία του πνοή/ στον πρώτο τυχόντα άνεμο».
Ο ποιητής μέσα από μια σπαραχτική εμπειρία διαμελισμού του εαυτού, ανοίγεται για ένα απειροελάχιστο σταμάτημα του χρόνου, στη στιγμή εκείνη λίγο πριν από τον θάνατο, που ο εσωτερικός και εξωτερικός κόσμος ταυτίζονται και ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την άφατη αμετάφραστη αλήθεια, τη σιωπή.
Ομως στο απώτατο σημείο της μέγιστης εσωτερικότητας ως εμπειρίας θανάτου η συμπυκνωμένη σιωπή επανεκκινεί τον λόγο έως το σημείο που αυτός εκρήγνυται: «…Πάλι λέξεις… Πιο άγριες λιγότερο στοιχισμένες/ λιγότερο φοβισμένες./ …Ζόρισέ τες να εκραγούν./ Να φτερουγίσει οργισμένο το νόημα./ Η έκπληξη να εκπυρσοκροτήσει./ Αιφνίδιων ήχων φως τις φυλές/ Τους σκότους να αφοπλίσει» (Η υλακή του φωτός).
Εδώ ο λόγος μετέωρος στέκει πάνω από την άβυσσο της σιωπής και στερεώνει (3) με τη στιγμιαία λάμψη του την πραγματικότητα (το «είναι»), λίγο πριν αυτή αποσυρθεί, μέσα στο κενό της απουσίας της. Ολα αυτά με εξαιρετική απλότητα και σαφήνεια. Απλές κοινές λέξεις που σηματοδοτούν πλήρως και αποθεώνουν το νόημα.
Στίχοι που μαγνητίζουν το πνεύμα και την ψυχή του αναγνώστη καθώς σε τελική ανάλυση πρόκειται για μια ποίηση ατελεύτητης ρυθμικής ταλάντωσης ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στον λόγο και στη σιωπή αφήνοντας εμάς τους αναγνώστες με τη γεύση της αληθινής ποίησης.
(1) «Ρήμα το Σκοτεινόν» από «Τα Ελεγεία της Οξώπετρας», Οδ. Ελύτης, ΠΟΙΗΣΗ, Ικαρος 2002
(2) «…Πάλι σε ξαναβλέπω Λισαβόνα, Τάγε, όλους σας/ Πάλι σε ξαναβλέπω,/ Ομως, αχ, τον εαυτό μου πια δε βλέπω!/ Εσπασε ο μαγικός καθρέφτης που καθρεφτιζόμουν/ Και σε κάθε μοιραίο θραύσμα του/ Δε βλέπω παρά ένα θραύσμα από μένα/ Ενα θραύσμα από σένα κι από μένα!…» («Επιστρέφοντας στη Λισαβόνα», Fernando Pessoa, ΠOIHMATA», μετάφραση Γ. Σουλιώτης, Printa 2007)
(3) «Ο, τι μένει ωστόσο το στερεώνουν οι ποιητές» (ποίημα «Ανάμνηση», Φ. Χέλντερλιν).
Ο Τάσος Μπέσιος έχει γράψει οκτώ ποιητικές συλλογές, έργα του έχουν μεταφραστεί, άνθρωποι των γραμμάτων έχουν μιλήσει με θέρμη για τα ποιήματά του, κι όμως, πασχίζεις να βρεις μια του συνέντευξη, μια φωτογραφία του. Ναι, δεν χρειάζονται περισσότερα. Η δική του πραγματικότητα έχει βρει καταφύγιο στους στίχους. Και γράφει για μια άλλη, την «Κυνηγημένη πραγματικότητα»
Πηχτή σιωπή από άγνωστη πηγή φιμώνει τον ορίζοντα.
Δύσκολη η αναπνοή. Ανακλαστικό φυγής.
Οι δρόμοι κουβάρι.
Ο,τι υπήρξε… πουθενά.
Στέπες απουσίας απέραντες
γκρίζου χιονιού χαλί.
Βήματα χωρίς ίχνη.
Φωνάζεις και… νέφος φτερωτό από το στόμα.
Ηθμός νοσταλγίας μήπως
το οικείο επιστρέψει…!
Καλείς το χτες… πουθενά!
Τρόμος τα βήματα ξεκουρδίζει.
Καθρέφτης… να κοιταχτείς…!
Μια κραυγή να πλήξει τ’ αφτιά!
Μια οσμή να δώσει ρυθμό!
Σε μακρινό ορίζοντα αποτεφρώνεται ο χρόνος.
Κυνηγημένη η πραγματικότητα αναζητά καταφύγιο
σε νόες βαθείς και θλιμμένους.
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Οι παρουσιάσεις είναι των ίδιων των αναγνωστών, εκείνων ακριβώς για τους οποίους γράφτηκε το βιβλίο. Είναι γραμμένες από αναγνώστες και απευθύνονται σε αναγνώστες. Και αυτό τις κάνει πιο προσωπικές, πιο προσιτές και πιο ανθρώπινες. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας στο [email protected].
