Πρωτοπόρος, τόσο στα σκίτσα του όσο και στην αρθρογραφία του, ο Γιάννης Καλαϊτζής άφησε παρακαταθήκη στη χώρα ένα σπουδαίο έργο στο οποίο, είναι βέβαιο, θα προστρέχουν οι επίγονοι αναζητώντας εκεί μεθόδους και τρόπους [και πνεύμα] για τη δική τους δημιουργία. Ευτύχησε, έτσι υπερηφανευόταν ο ίδιος, στα τελευταία χρόνια της δημιουργικής του πορείας να «τεχνουργήσει», εκδιπλώνοντας με πάθος το τεράστιο ταλέντο του, στη συνεταιριστική «Εφημερίδα των Συντακτών». Βεβαίως είχε πρωτοστατήσει στο «στήσιμό» της, παραχωρώντας γι’ αυτό την οικία του στα Εξάρχεια όπου και έγιναν οι πρώτες θυελλώδεις συζητήσεις. Αριστερός από κούνια, είδε σε αυτό το εκδοτικό εγχείρημα την Αριστερά στην πράξη (συντροφικότητα, αλληλεγγύη, ισότητα, ισομισθία, συμπόρευση…). Στα στέκια των Εξαρχείων το θέμα της εφημερίδας κυριαρχούσε και κάλυπτε κάθε άλλη συζήτηση, ιδίως όταν παρευρίσκονταν και άλλοι παλιοί τής πάλαι ένδοξης «Ελευθεροτυπίας» (Περικλής Κοροβέσης, Μανταίος, Κιάος…).
Πέρασαν κιόλας πέντε χρόνια από την εκδημία του Γιάννη (και σχεδόν ένα από αυτήν του Περικλή) – και, για δες, λες και ήταν χθες.
Ξεφυλλίζω ένα από τα τελευταία του βιβλία (σύνολο εννιά), «Υπάρχει ζωή μετά τ’ αφεντικά;» από τις εκδόσεις Στιγμή του φιλότεχνου και εξ απαλών ονύχων, από την Κοκκινιά, φίλου του Αιμίλιου Καλιακάτσου. Δεν μπορώ να μη θαυμάσω την πολιτική οξυδέρκειά του, το δηλητηριώδες χιούμορ του, την τρυφερή του ματιά στ’ ανθρώπινα. Πράγματι: τρυφερός, σαρκαστικός, είρων, ευαίσθητος, αμείλικτος, «μυγιάγγιχτος». Μου έλεγε τις προάλλες ο Αιμίλιος πόσο το απολάμβανε όταν συνεργάζονταν για μια έκδοση. Ενώ έγραφε τόσο καλά, ήταν εν τούτοις, σύμφωνα με τον φίλο του, εκνευριστικά ανορθόγραφος – και ούτε με τα λεξικά έβρισκε άκρη. Ηθελε ας πούμε να ψάξει τη λέξη ειλικρίνεια και δοκίμαζε όλα: το ι, το η, το υ, το ει, ακόμη και το οι – του έσπαγαν τα νεύρα έως ότου βρει την ορθογραφία της.
Ηταν επίσης εξαιρετικός ερανιστής λογοτεχνικών κειμένων. Στην κλίνη του ασθενούς ετοίμασε ένα τέτοιο εράνισμα ενός ογκόλιθου της ελληνικής λογοτεχνίας, του Εμμανουήλ Ροΐδη, άλλου μεγάλου αδίστακτου είρωνα και κριτή των πάντων. Σημείωσε γι’ αυτόν: «Οπως όλοι οι κορυφαίοι χιουμορίστες βρίσκεται κι αυτός στην κόλαση, όπου οι δαίμονες μεταφράζουν το έργο του στα ελληνικά του παρόντος, τα δοκίμιά του ανεβάζονται στο θέατρο από θιάσους του ενός και τα βιβλία του παρουσιάζονται στο κοινό από ένα πάνελ ομιλητών στο οποίο συμμετέχουν ιστορικά στελέχη της Αριστεράς, μουσικοί, μάγειροι, τοπ μόντελ, ο κ. Λάκης Λαζόπουλος και διαπρεπείς καθηγητές πανεπιστημίου». Είπαμε: κανείς δεν ξέφευγε από την κριτική του. Μας λείπει – όπως και ο Περικλής.
