«ΗΤΑΝ Η ΠΙΟ ΑΔΙΚΗ ΑΠΩΛΕΙΑ. Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Εναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της». Τάδε έφη Οδυσσέας Ελύτης για τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, που πέθανε σαν σήμερα το 1941, μόλις επέστρεψε από το Αλβανικό Μέτωπο, όπου προσβλήθηκε από τύφο. Τιμούμε τη μνήμη του με εύγλωττους στίχους του:
ΕΙΔΥΛΛΙΑΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ Δοκίμασα τη μοναξιά/ με νοερή ανάταση/ και σφριγηλή καρδιά.// Αποσταμένος έφηβος/ που νείρεται τη νάρκη/ και κλέβει από τα σύννεφα/ τη ρόδινη αναπνοή/ για να χαρεί τα όνειρα/ μ’ ένα χαμένο φίλτρο.// Ιδού ο βοσκός που κάθεται/ κι αλησμονάει τα πρόβατα/ μα νιώθει απ’ τη φλογέρα/ ο πιο γλαυκός του θάνατος/ να φεύγει.
ΑΛΛΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ μάς είχε σηκώσει στα φτερά της/ μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο/ μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα/ τις μέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές και τα χρώματα/ τα βράδια ξαπλώναμε κάτω από τα δένδρα και τα σύννεφα/ τις νύχτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε/ ήταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου/ και μονάχα ύστερα ησυχία/ αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς/ να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά/ από τους βράχους ώς τα βουνά μάς οδηγούσε ο Γαλαξίας/ κι όταν έλειπε η θάλασσα ήταν μαζί μας ο Θεός.
ΖΕΣΤΗ ΑΝΑΣΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ/ κάθομ’ εδώ που κελαηδούν τ’ αστέρια/ κι έχει το χώμα μια περίεργη ιδέα/ Σα να μη θέλει να γλιστρήσει κάτου/ σα να μη θέλει να με αφήσει μόνο/ με τον πρώτο χτύπο της καμπάνας/ τόσα νιάτα φεύγουν/ τόσα νιάτα φτάνουν/ απ’ τη φωλιά του ύπνου.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ του Ελύτη με τίτλο «Γιώργος Σαραντάρης»: Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός/ μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις/ μέσ’ απ’ τα δέντρα που σε γνώριζαν και που γι’ αυτό/ τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάξανε άνθος.// Εμάς τους γύφτους άσε μας/ τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»/ τι δε νογάμε από γιορτή.// Και τα πουλιά δε βάνουμε προσάναμμα/ μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει/ δώθε από τη φθορά πλέκουμε τους κισσούς/ μακριά σου πιο κι απ’ το «Αλφα» του Κενταύρου.// «Ως εν τινι φρουρά εσμέν»/ μαργωμένοι μες στο χρόνο/ κι από τραγούδι αμάθητοι.// Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ’/ ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα/ τόλμησες. Κι οι ποιμένες σ’ είδανε της Πρεμετής/ μες στης άλλης χαράς το φως/ να οδοιπορείς πιο νέος.// Τι κι αν ο κόσμος μάταιος/ έχεις μιλήσει ελληνικά/ ως «εις τον έπειτα χρόνον».// Κι από την ομιλία σου ακόμη/ βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι/ και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε/ μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.
