Δύο νεαρές καλλιτέχνιδες του λυρικού θεάτρου αποφασίζουν να δημιουργήσουν μια ανεξάρτητη ομάδα και να πάρουν πρωτοβουλίες: να κάνουν παραγωγές, προτάσεις, συνεργασίες. Οι Αναστασία Κότσαλη και Λητώ Μεσσήνη το 2012 δημιούργησαν την ομάδα «Ραφή».
Οκτώ χρόνια μετά, το δημιούργημά τους έχει καταξιωθεί, έχει κατακτήσει ένα πιστό κοινό, αλλά και την εκτίμηση τόσο των συναδέλφων τους, που σπεύδουν να συνεργαστούν μαζί τους, αλλά και θεσμών όπως το Μέγαρο Μουσικής, η Λυρική Σκηνή, το Φεστιβάλ Αθηνών. Αμέσως μόλις ανοίξουν τα θέατρα, είναι έτοιμες να μας παρουσιάσουν το νέο τους τόλμημα: μια μουσική εκδοχή του «Σχολείου των Ντελικάτων Εραστών» του Ρήγα Φεραίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
● Πώς έγινε η γνωριμία και η καλλιτεχνική σας σύνδεση;
Αναστασία: Το πώς γίνονται κάποια πράγματα είναι τελείως μεταφυσικό. Με τη Λητώ ήμασταν μαζί στο στούντιο όπερας στη Λυρική και της λέω: «Θέλεις να κάνουμε μαζί το “Ο κύριος και η κυρία Δισκοβόλου” του Εντουαρντ Λίαρ στη Knot Gallery, ουσιαστικά χωρίς λεφτά;».
Λητώ: Και απάντησα: «Στο υπόγειο; Τέλεια, πολύ ωραία ιδέα!». Ε, αυτό ήταν. Ετυχε και γνώριζα τον πιανίστα που είχε στο μυαλό της η Αναστασία. Γενικά με τους συνεργάτες είχαμε κοινό υπόβαθρο, όλοι ξέραμε ο ένας τον άλλον. Σε όλη αυτή την πορεία προτείναμε σε καλλιτέχνες να συμμετάσχουν στα πρότζεκτ μας και δέχονταν – άνθρωποι οι οποίοι είχαν παρουσία στον λυρικό χώρο, ρεσιτάλ με ορχήστρες, ρόλους στη Λυρική. Σιγά σιγά, όσο περνούσε ο καιρός, καταλαβαίναμε ότι εμπιστεύονταν πως σε αυτό που κάνουμε υπάρχει μια εγγύηση, ότι θα έχει ενδιαφέρον και ποιότητα.
Α.: Αυτό που μου δίνει αισιοδοξία είναι ότι στη Ραφή υπάρχει ακόμα μία αυθεντική καλλιτεχνική τρέλα όσον αφορά το μουσικό θέατρο. Πάντα έχουμε μια ιδέα που θα δοκιμάσει τα όρια όλων των συνεργατών, όχι μόνο των μουσικών. Και πάντα βρίσκονται άνθρωποι που θα θέλουν να λάβουν μέρος. Υπάρχει συλλογικότητα. Στη Ραφή έχουμε μία λογική: από τον σκηνοθέτη μέχρι τους συντελεστές πληρώνονται σχεδόν όλοι τα ίδια. Χωρίς τεράστιες οικονομικές απολαβές, με μεγάλη τόλμη στην πρόταση, χωρίς να υπάρχει κάτι σίγουρο, πάντα υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι θα πάρουν το ρίσκο.
● Μήπως λοιπόν δεν είστε ομάδα αλλά κολεκτίβα; Ή είναι πολύ τολμηρή λέξη;
Λ.: Ομάδα θα έλεγα. Εχουμε κάποιους σταθερούς συνεργάτες, αλλά οι δυο μας αποφασίζουμε το πρότζεκτ και κάνουμε το «τρέξιμο». Εχουμε ανθρώπους που τους εμπιστευόμαστε, ξέρουμε το αισθητήριό τους και ανάλογα με την περίσταση επιλέγουμε αυτούς που ταιριάζουν.
Α.: Ετσι δημιουργείται ένα δίκτυο. Ανθρωποι που εμπιστεύεσαι θα σου προτείνουν άλλους με τους οποίους επίσης σε συνδέει ένα αίσθημα συνενοχής όσον αφορά την τέχνη. Ζούμε σε δύσκολες εποχές. Δεν θέλω να μιλάω σαν να κάνουμε τέχνη έχοντας υπερβεί εντελώς το οικονομικό θέμα, δηλαδή ότι δεν μας ενδιαφέρει να ζήσουμε από αυτό – πάντα μας ενδιαφέρει. Με τη Λητώ θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πληρωθούν καλά οι συνεργάτες μας, ακόμα κι αν χρειαστεί να ρίξουμε τους εαυτούς μας. Αυτό ήταν από την αρχή αιτούμενο, ήταν ο μεγάλος μας αγώνας. Ομως ως προς τη φαντασία, την καλλιτεχνική διαθεσιμότητα και την ελευθερία δεν υπάρχουν στεγανά. Δεν υπάρχει δίχτυ ασφαλείας. Και θεωρώ πως δεν έχουμε βγει χαμένες. Και δεν το λέω μόνο από την άποψη ότι έχουμε δουλειές και μας εμπιστεύονται. Εχουμε πια ένα κοινό που καταλαβαίνει ότι υπάρχει μια σοβαρότητα σε αυτό που κάνουμε.

● Μια ανεξάρτητη ομάδα στην Αθήνα η οποία κάνει όπερα. Ακούγεται σχεδόν… αυτοκτονικό, καθώς δεν νομίζω ότι υπήρξαμε ποτέ μια πόλη εξαιρετικά ευμενής προς το λυρικό θέατρο.
Λ.: Πιστεύω ότι κάποτε στην Αθήνα το μουσικό θέατρο ευδοκιμούσε. Η Λυρική έχει κοινό. Το κοινό στο μουσικό θέατρο έχει αρχίσει να αυξάνεται πολύ.
Α.: Ανήκουμε σε μια γενιά που λίγο πριν από εμάς είχε κάνει το μπαμ ο Χαράλαμπος Γωγιός με τις «Οπερες των Ζητιάνων». Ηταν μεγάλη τομή τότε το ότι έγινε μουσικό θέατρο με υψηλά ποιοτικά κριτήρια εκτός Λυρικής Σκηνής. Ομολογώ ότι, ενώ ήταν τελείως διαφορετικό από αυτό που πρωτοκάναμε εμείς, σίγουρα μας ενέπνευσε. Είχαμε και την τύχη με το μέρος μας, υπήρξαν άνθρωποι που μας στήριξαν. Ο Γιώργος Κουμεντάκης μάς στήριξε, μας έδωσε το εναρκτήριο της Εναλλακτικής Σκηνής όταν ήταν διευθυντής της, αλλά και ο Αλέξανδρος Ευκλείδης, από το ίδιο πόστο.
● Τα στερεότυπα που έχουμε στο μυαλό μας για το λυρικό θέατρο είναι ότι το κοινό είναι κοστουμαρισμένο και μάλλον κάποιας ηλικίας. Ωστόσο εσείς δεν απευθύνεστε μόνο σε αυτό το κοινό. Ακόμη και οι χώροι που επιλέγετε είναι «άλλοι» – όχι στερεοτυπικοί.
Α.: Θέλαμε να κάνουμε κάτι το οποίο να μιλάει σε εμάς. Κι εμείς εκ των πραγμάτων είχαμε μια ηλικία κάπως πιο νεανική.
Λ.: Οπότε οι επιλογές μας αντανακλούν και τη γενιά μας.
Α.: Αντανακλούν τους δικούς μας προβληματισμούς. Δεν θεωρώ ότι η φαντασία και η διαθεσιμότητα απέναντι σε αυτό που βλέπεις είναι προνόμια των νεοτέρων. Εμείς θέλαμε να έρθει ένα κοινό το οποίο να μην κουβαλάει στο κεφάλι του στερεότυπα και προκαταλήψεις. Οσον αφορά τους χώρους, το πώς μπορεί να λειτουργεί η κλίμακα είναι μεγάλο στοίχημα. Ειδικά για κάποια έργα όπως η «Αλτσίνα» του Χέντελ, μια όπερα που παρουσιάζεται σε πολύ μεγάλες αίθουσες (Βιέννης, Παρισιού κ.λπ.). Γι’ αυτή διαλέξαμε έναν χώρο πολύ σπουδαίο, το θέατρο της οδού Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή. Αυτό είναι, νομίζω, ο πλούτος της Αθήνας – αυτό το πολύ συγκινητικό το οποίο τώρα απειλείται: αυτοί οι χώροι και οι άνθρωποί τους.
Λ.: Πάντα η απόφαση για ένα έργο έρχεται μαζί με τον χώρο. Είναι αναπόσπαστο μέρος της ιδέας το τι θα ταίριαζε πού.
● Προλάβατε να δείτε δουλειές του Λευτέρη Βογιατζή, να αποκτήσετε μια σχέση με το έργο του;
Α.: Ναι, και μας άρεσε πάρα πολύ. Μας συγκινούσε το ότι ήμασταν εκεί, ήταν ένα όνειρο. Είναι ένα καταπληκτικό θέατρο, δημιούργημα του Κρόκου. Αλλά δεν μπορεί να πει κανείς ότι και στη Μικρή Επίδαυρο η συγκίνηση δεν ήταν πολύ μεγάλη. Δεν είναι τυχαίο ότι κάναμε την πρόταση για την Κιβωτό του Νώε στους Nova Melancholia και στον Μιχάλη Σιγανίδη. Αλλά και στο Μέγαρο, όπου και εγώ και η Λητώ είχαμε συνεργαστεί ως σολίστ. Είχαμε κάνει εκεί με τη Ραφή τη «Φροσύνη», μία ακόμα πολύ αγαπημένη στιγμή.
Λ.: Ξεκινήσαμε από την γκαλερί Knot που είχαμε αγαπήσει πάρα πολύ ως χώρο. Σιγά σιγά η Ραφή προχωράει, περνάει από το θέατρο «Πόρτα» στο θέατρο του Βογιατζή, φτάνει στο Μέγαρο, στη Λυρική. Είναι σαν να βλέπεις ένα παιδί που μεγαλώνει και κάνει τα επόμενα βήματά του, έχει τις επιτυχίες του και νιώθεις περήφανος γι’ αυτό.
● Εχετε αγωνία μήπως γίνετε κατεστημένο;
Α.: Δεν θα έλεγα κατεστημένο. Οσο πιο πολύ συνεργαζόμαστε με θεσμούς τόσο μας πιάνει μια αγωνία μήπως αυτό που κάνουμε είναι πολύ κλισέ, μήπως αρχίζουμε και κάνουμε ευκολίες, εκπτώσεις στο καλλιτεχνικό ώστε να αρέσει πιο πολύ και να μας ξανακαλέσουν. Γενικά, είμαστε μονίμως σε μια διαδικασία «Αυτό τώρα είναι ακριβώς όπως το θέλουμε;».
Λ.: Εσύ ανησυχείς πιο πολύ γι’ αυτό. Εγώ πάντα νιώθω ότι ανά πάσα στιγμή μπορούμε να επιστρέψουμε σ’ ένα υπόγειο και να κάνουμε εκεί μια χαρά δουλειά. Θα υπερασπιστούμε τη Ραφή και το έργο μας μέχρι τελευταίας ανάσας. Δεν κάνουμε πίσω σε αυτά που θέλουμε. Δεν πάμε με τα νερά του κατεστημένου – με το τι θα αρέσει στον κόσμο και τι δεν θα αρέσει.
Α.: Και όχι μόνο στον κόσμο. Μπορεί να έχεις αγωνία αν θ’ αρέσει σε κάποιον υπεύθυνο.
Λ.: Ναι, γιατί ξέρεις ότι αυτό θα επηρεάσει την πορεία σου. Ο διευθυντής ενός θεσμού οφείλει να εκτιμήσει τη δουλειά που έχει γίνει, την ειλικρίνεια, το ρίσκο που παίρνουμε οι καλλιτέχνες. Ασχετα αν του αρέσει προσωπικά ή όχι.

● Να φτάσουμε και στη νέα παράσταση που ετοιμάζετε: το «Σχολείο των Ντελικάτων Εραστών» του Ρήγα Φεραίου, ο οποίος διασκευάζει γαλλικά διηγήματα, ερωτικού περιεχομένου αλλά όχι μόνο.
Α.: Στα τέλη του 18ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, η έννοια του αιτήματος της χειραφέτησης σε όλα τα επίπεδα περνούσε και μέσα από το ερωτικό. Τότε στην Ελλάδα -μια υπόδουλη χώρα που ζούσε στα σκοτάδια- είχαμε το προνόμιο να δημοσιευτεί το «Σχολείο των Ντελικάτων Εραστών», το οποίο συνομιλεί κατευθείαν με ό,τι πιο τολμηρό, σύγχρονο και ριζοσπαστικό υπήρχε στην καρδιά της Ευρώπης του Διαφωτισμού. Μιλάμε για την εποχή που γράφτηκαν οι «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Λακλό και το «Ετσι κάνουν όλες» του Μότσαρτ.
Λ.: Επίσης μιλάει για την κοινωνική ισότητα, για την ισότητα ανάμεσα στα φύλα και ότι οι γυναίκες μπορούν να παίρνουν αποφάσεις.
Α.: Και για τον έρωτα βέβαια. Γιατί η ελευθερία της επιλογής στον έρωτα ήταν τότε κάτι πολύ τολμηρό.
Λ.: Η επιλογή του συντρόφου δηλαδή. Είναι πολύ συγκινητικό και ριζοσπαστικό ταυτόχρονα.
Α.: Κι αυτό το κείμενο είναι στα ελληνικά! Από έναν άνθρωπο που προσπάθησε να παίξει τον δικό του ρόλο στην εθνική αφύπνιση. Και βέβαια όταν μιλάς για μια εποχή που η έννοια του φιλελευθερισμού και της χειραφέτησης περνάει και μέσα από το ερωτικό, δεν μπορεί να μην πάει κατευθείαν ο νους σου στον Μάη του ‘68. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει σχέση της Ελλάδας -μιας σκλαβωμένης χώρας τον 18ο αιώνα, μιας χώρας σε δικτατορία το ’68- με το γαλλικό πνεύμα, με το οποίο συνομιλούσε ένα μεγάλο μέρος της διανόησής της. Μερικές φορές δεν μπορείς να καταλάβεις ποιο κείμενο είναι Ρήγας και ποιο γαλλικός Μάης. Εξάλλου η ποιητικότητα υπάρχει στο γαλλικό πνεύμα διαχρονικά.
● Μουσικά πώς αντιμετωπίζει κανείς αυτά τα κείμενα στην εκπνοή του 2020;
Λ.: Εχουμε την τύχη να συνεργαζόμαστε με τους Γιάννη Αναστασάκη, Γκουίντο ντε Φλαβίς και Φάουστο Σιερακόφσκι, αυτοσχεδιαστές και ερμηνευτές που θέλουν πολύ να πειραματίζονται.
Α.: Θέλαμε να δούμε πώς η μουσική της εποχής του 1790 και η μουσική του Μάη μπορούν να συναντηθούν σε έναν κοινό καμβά, από τον Γκλουκ μέχρι τον Ζιλμπέρ Μπεκό. Γιατί είναι ο ίδιος πυρήνας που τους κινεί. Να δούμε πώς μπορεί αυτό να λειτουργήσει με άξονα όλη αυτή την ατμόσφαιρα ερωτικής ελευθερίας.
Λ.: Το βασικό είναι να δημιουργούμε ατμόσφαιρες, αυτό θέλουμε σ’ αυτό το έργο. Και με τα φώτα και με τη μουσική. Να φτιάξουμε κάτι άχρονο. Εχει πάρα πολύ ενδιαφέρον το πώς η μουσική μπορεί να φωτίσει σημεία του κειμένου.
● Το «παιδί» σας που είναι η Ραφή έχει κλείσει τα 8. Τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει;
Α.: Σε μια ιδανική συνθήκη, ό,τι θα ευχόταν μια καλλιτεχνική ομάδα που έχει δείξει συνέπεια στη δουλειά της και έχει πια ένα κοινό με το οποίο συνομιλεί. Να υπάρχει εμπιστοσύνη ώστε να μπορέσει να συνεχίσει με σεβασμό και αγάπη να κάνει αυτό που μπορεί να κάνει.
Λ.: Να υπάρχει δυνατότητα στήριξης ώστε να κάνουμε αυτό που θέλουμε, αυτό που αγαπάμε. Και να το πάρουμε αυτό και να το πάμε ακόμα πιο πέρα. Να μπορούμε να έχουμε την ελευθερία να το προχωράμε, να μεγαλώνει κι άλλο. Να πάει στο εξωτερικό. Αλλά σίγουρα θέλει στήριξη.
Α.: Η πολιτεία και οι ιδιώτες να εμπιστεύονται λίγο παραπάνω το μουσικό θέατρο για να επενδύσουν σε αυτό, καθώς έχει κοινό και είναι πια μια ζωντανή πραγματικότητα.
*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
? «Το σχολείο των ντελικάτων εραστών» του Ρήγα Φεραίου θα παρουσιαστεί στη νεοσύστατη Σκηνή Ω του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά αμέσως μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν.
● Ταυτότητα παράστασης:
Σκηνοθεσία/Δραματουργική επεξεργασία: Θάνος Λέκκας-Ομάδα Ραφή
Ερμηνεύουν: Αναστασία Κότσαλη, Λητώ Μεσσήνη
Ενοχρήστρωση-κιθάρα-pedals: Γιάννης Αναστασάκης
Κίνηση: Ευγενία Ντεμέλιο
Φωτισμοί: Κωστής Μουσικός
Μουσικοί: Γκουίντο ντε Φλαβίς (σαξόφωνο), Φάουστο Σιερακόφσκι (σαξόφωνο)
