Το κείμενο αυτό είναι και επί προσωπικού. Οπως όλα δηλαδή, αλλά ειδικά αυτό. Γιατί η ίδια η Μαρζάν Σατράπι ήταν πάντα επί προσωπικού. Ακόμα και το «φευγιό» της από τη ζωή ήταν έτσι: δεν άντεξε που πέθανε πέρυσι ο αγαπημένος της σύντροφος, ο Σουηδός ηθοποιός και παραγωγός Ματίας Ρίπα, και έφυγε «από θλίψη», όπως είπαν οι δικοί της. Πράγματι, η ίδια «έφυγε» σαν να ολοκλήρωνε, με τον πιο σκληρό τρόπο, το ίδιο της το έργο: μια ζωή όπου η προσωπική πληγή δεν ήταν ποτέ μόνο προσωπική αλλά και πάντα, όπως και πάντα, ήταν και πολιτική, ιστορική, συλλογική.
Πέθανε στις 4 Ιουνίου 2026, σε ηλικία 56 ετών. Αλλη επίσημη ιατρική αιτία δεν ανακοινώθηκε. Από θλίψη λοιπόν… Σαν να έγραψε ακόμη ένα έργο.
Γεννημένη το 1969 στο Ραστ του Ιράν και μεγαλωμένη στην Τεχεράνη, η Σατράπι ήταν παιδί μιας οικογένειας πολιτικοποιημένης, αριστερής, μορφωμένης, από εκείνες που πίστεψαν ότι η Ιστορία μπορεί να αλλάξει – και μετά είδαν την επανάσταση του 1979 να καταβροχθίζεται από τους κληρικούς. Η ίδια μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κόσμους: την οικογενειακή προστασία και τη βία του κράτους. Στα δέκα της, όπως είχε πει, «εκπαίδευε» τον εαυτό της να αντέχει ως πολιτική κρατούμενη: έζησε για τα καλά τον πόλεμο. «Κάθε μέρα βόμβες, φυλακίσεις, εκτελέσεις». Χτυπούσε το σώμα της για να φανταστεί ότι θα άντεχε βασανιστήρια και δεν θα πρόδιδε φίλους.
Αυτό δεν είναι βιογραφική λεπτομέρεια. Αυτό είναι η ίδια και εξηγεί τα πάντα για την ίδια. Γιατί η Σατράπι δεν ζωγράφισε (ως κόμικς και μετά και ως κινηματογραφικές ταινίες) ποτέ την πολιτική ως αφίσα. Τη ζωγράφισε ως παιδικό δωμάτιο, ως απαγορευμένη κασέτα, ως φόβο στον δρόμο, ως κορίτσι που πρέπει να μάθει νωρίς ότι το σώμα του ανήκει πρώτα στην εξουσία και μετά στον εαυτό του.
Στα 14 της οι γονείς της την έστειλαν στη Βιέννη για να σωθεί από το κλίμα καταστολής στο Ιράν. «Τι σκέφτονταν; Λατρεύω την κλασική μουσική αλλά ήταν άθλια εκεί».
Επέστρεψε στο Ιράν, σπούδασε οπτική επικοινωνία στην Τεχεράνη, παντρεύτηκε νέα, χώρισε, και το 1994 εγκαταστάθηκε στη Γαλλία. Εκεί θα έφτιαχνε το έργο που την έκανε παγκόσμια: το «Περσέπολις». Κι εκεί έμεινε ώς το τέλος.
Ποτέ δεν ξέχασε τα φαρσί, πάντα θεωρούσε πως η ιρανική ποίηση είναι η πιο σοφιστικέ όλων και η ελληνική φιλοσοφία η σημαντικότερη όλων. Αλλά και ποτέ ξανά δεν ένιωσε εκπρόσωπος της χώρας της γιατί τα τελευταία 27 χρόνια δεν γύρισε ποτέ εκεί.
Το «Περσέπολις» (Εκδ. Οξύ) ήταν ένα εξαιρετικά επιτυχημένο αυτοβιογραφικό εικονογραφημένο αφήγημα. Ηταν μια πολιτική πράξη με παιδικό βλέμμα και ενήλικο τραύμα. Με το αυστηρό μαύρο-άσπρο σχέδιό της, η Σατράπι διέλυσε δύο βολικά ψέματα: το ψέμα του θεοκρατικού καθεστώτος ότι οι γυναίκες είναι υποδεέστερες υπάρξεις και το ψέμα της Δύσης ότι οι Ιρανοί είναι εξωτικά, σκοτεινά, ακατανόητα πλάσματα. Οπως είχε πει όταν έγινε ταινία, ήθελε να δείξει ότι αυτοί οι άνθρωποι «έχουν γονείς, εραστές, ελπίδα, ιστορίες».
Η κινηματογραφική μεταφορά του «Περσέπολις», που συνσκηνοθέτησε με τον Βενσάν Παρονό, κέρδισε βραβείο στις Κάνες το 2007 και προτάθηκε για Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων το 2008. Ηταν η πρώτη γυναίκα που προτάθηκε σε αυτή την κατηγορία. Ακολούθησαν έργα όπως τα «Κεντήματα», «Κοτόπουλο με δαμάσκηνα», καθώς και ταινίες όπως το «The Voices» και το «Radioactive» για τη Μαρί Κιουρί.
Γιατί θεωρείται σπουδαία γυναίκα; Οχι επειδή «τα κατάφερε» σε ανδροκρατούμενους χώρους. Αυτό είναι το ελάχιστο. Η Σατράπι είναι σπουδαία γιατί πήρε την εμπειρία της γυναίκας, της εξόριστης, της κόρης μιας χαμένης επανάστασης, και την έκανε παγκόσμια γλώσσα. Δεν ζήτησε οίκτο, αλλά πολιτική κατανόηση. Ούτε πούλησε δυστυχία – απαίτησε αξιοπρέπεια.
Στις θέσεις της για τις γυναίκες ήταν απολύτως καθαρή. Σε συνέντευξή της στη Vogue είχε πει ότι πριν μιλήσουμε για ελευθερία των γυναικών, πρέπει πρώτα να μιλήσουμε για οικονομική ανεξαρτησία: η μόρφωση και η εργασία είναι το πρώτο βήμα προς τη δημοκρατία. Και πρόσθετε, χωρίς περιστροφές, ότι ο εχθρός της δημοκρατίας δεν είναι μόνο ένας δικτάτορας, αλλά η πατριαρχική κουλτούρα. «Μπορούμε να είμαστε το μεγάφωνο, αυτό μόνο», έλεγε.
Το 2025 αρνήθηκε το βραβείο της Λεγεώνας της Τιμής της Γαλλίας, καταγγέλλοντας την υποκρισία απέναντι στο Ιράν: τα παιδιά των Ιρανών ολιγαρχών βρίσκουν πόρτες ανοιχτές στη Γαλλία, ενώ νέοι αντιφρονούντες δυσκολεύονται ακόμη και για τουριστική βίζα. «Ακόμα είναι ρατσιστές! Είναι δυνατόν; Και ο κόσμος ψηφίζει ρατσιστές και μισαλλόδοξους. Δεν έχει δικαιολογία». Δεν χαριζόταν σε κανέναν. Ακριβώς γιατί για τη Σατράπι, η ελευθερία δεν ήταν αφηρημένη λέξη. Είναι το δικαίωμα να γελάς, να θυμάσαι, να φεύγεις, να επιστρέφεις, να μη φοράς ό,τι σου επιβάλλουν, να μη σωπαίνεις όταν σου λένε ότι η χώρα σου είναι μόνο φανατισμός και σκοτάδι. Στο μαύρο-άσπρο της βρήκε όλες τις αποχρώσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και αυτό είναι που μας άφησε.
