Σε νέο κύκλο κινητοποιήσεων προχωρούν οι αγρότες και κτηνοτρόφοι της χώρας, διαμαρτυρόμενοι για την κυβερνητική πολιτική και τις μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές ενισχύσεων και αποζημιώσεων. Οπως ανακοίνωσε η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων (ΠΕΜ), το τριήμερο 23, 24 και 25 Ιουνίου έχουν προγραμματιστεί συντονισμένες δράσεις σε όλη την ελληνική ύπαιθρο. Η απόφαση για τη συνέχιση των κινητοποιήσεων ελήφθη κατά την πρόσφατη συνεδρίαση της Γραμματείας της ΠΕΜ, με τις κατά τόπους Ομοσπονδίες να βρίσκονται ήδη σε ετοιμότητα για την οργάνωση των συγκεντρώσεων και τη διασφάλιση της μαζικής συμμετοχής.
«Σε κάθε περιοχή και ανάλογα με τις συνθήκες και τις εργασίες θα προχωρήσουμε σε συλλαλητήρια σε κέντρα των πόλεων, όπως της Λάρισας ή της Καρδίτσας. Δεν αποκλείουμε σε άλλες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας να δούμε και συμβολικά μπλόκα για μερικές ώρες. Από εκεί και πέρα, δίνουμε ραντεβού για ένα δυναμικό συλλαλητήριο στη ΔΕΘ στις αρχές Σεπτέμβρη», τόνισε στην «Εφ.Συν.» ο Σωκράτης Αλειφτήρας εκ μέρους της Ενωτικής Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Νομού Λάρισας (ΕΟΑΣΝΛ). Οπως μας εξηγεί, αρκετοί αγρότες παραμένουν με άδειες τσέπες και δεν έχουν την απαιτούμενη ρευστότητα, αναμένοντας πληρωμές.
«Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Μαργαρίτης Σχοινάς, υπόσχεται 20 δισ. ευρώ την επόμενη εξαετία μέσω κοινοτικών κονδυλίων κι από την άλλη δεν μπορούν να πληρώσουν χρωστούμενα από το 2025 και προηγούμενα έτη. Εάν συνεχίσουμε έτσι, σε μία εξαετία θα έχουν μείνει οι μισοί ενεργοί αγρότες, πού θα πάνε αυτά τα χρήματα; Εάν δεν ολοκληρωθούν έως τις 30 Ιουνίου όλες οι πληρωμές για το έτος 2025 για τους αγρότες, η Κομισιόν θα καλέσει την Ελλάδα σε απολογία και είναι πιθανό να επιβληθούν πρόστιμα. Μετά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έχουμε μπει ξανά σε ένα είδος μνημονίου και επιτροπείας για τα χρήματα που έρχονται».
Παρά τον ιδιαίτερα αυξημένο φόρτο εργασίας λόγω της θερινής περιόδου, οι εκπρόσωποι των παραγωγών υπογραμμίζουν ότι τα προβλήματα που πυροδότησαν τις μαζικές κινητοποιήσεις του χειμώνα παραμένουν άλυτα. Σύμφωνα με τους αγροτικούς φορείς, το υψηλό κόστος παραγωγής και οι πιέσεις στον πρωτογενή τομέα καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για δυναμικές διεκδικήσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεών τους. Οπως αναφέρει μεταξύ άλλων η ανακοίνωση της ΠΕΜ: «Το κόστος παραγωγής, εξαιτίας του πολέμου και της ακρίβειας, παραμένει στα ύψη. Οι πληρωμές καθυστερούν με αδικαιολόγητες “καρατομήσεις”. Η επέκταση του συστήματος monitoring, που αποφασίστηκε στην Ε.Ε. και ενσωματώθηκε στην ΚΑΠ, μας φέρνει σε ακόμα χειρότερη θέση, καθώς οδηγεί σε άδικες περικοπές, στραγγαλίζοντας περαιτέρω το εισόδημά μας. Οι δεσμεύσεις της κυβέρνησης για αποζημιώσεις (80 εκατ. ευρώ σε βαμβάκι – σιτάρι και 80 εκατ. στην κτηνοτροφία, ενίσχυση στο ρύζι που έμεινε απούλητο λόγω αθρόων εισαγωγών κ.λπ.) παραμένουν κενό γράμμα».
Για άλλη μια φορά δεν λείπουν οι αναφορές στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τους αγροτοσυνδικαλιστές να ζητούν να αποδοθεί στον αγροτικό κόσμο υπό τη μορφή αναπλήρωσης εισοδήματος το ποσό του ενός δισ. ευρώ στο οποίο εκτιμάται η συνολική ζημιά από τα ποσά που είχαν υπεξαιρεθεί. Η ΠΕΜ ζητά ακόμη περαιτέρω μέτρα για τη μείωση του κόστους παραγωγής, αφορολόγητο πετρέλαιο, πλαφόν στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, ελάχιστες εγγυημένες τιμές που να εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα των παραγωγών και μέτρα για την αντιμετώπιση της ευλογιάς και του αφθώδους πυρετού. Επίσης, απαιτεί να σταματήσουν τα λεγόμενα «αγροτοδικεία» και να μπουν στο αρχείο όλες οι διώξεις έναντι όσων συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις του χειμώνα.
«Γαλάζια» παράπονα
Ενδεικτική της δυσαρέσκειας που επικρατεί στον αγροτικό κόσμο και η χθεσινή τοποθέτηση του νεαρού «γαλάζιου» αγροτοσυνδικαλιστή Ιορδάνη Ιωαννίδη, που πρωτοστάτησε στο μπλόκο της Νίκαιας τον χειμώνα. Πρόσφατα, με διάφορους -κυρίως «γαλάζιας» προέλευσης- αγροτοσυνδικαλιστές, αλλά όχι μόνο, ίδρυσαν τον Πανλαρισαϊκό Αγροτοκτηνοτροφικό Σύλλογο. Οπως αναφέρει μεταξύ άλλων σε μια μακροσκελή ανάρτηση στο facebook ο Ιορδ. Ιωαννίδης: «Το κόστος παραγωγής έχει γίνει δυσβάσταχτο, οι αποζημιώσεις καθυστερούν ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, οι νέοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και η ελληνική παραγωγή υποχωρεί χρόνο με τον χρόνο. Κι όμως, αντί για ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης, βλέπουμε διαχείριση της καθημερινότητας και επικοινωνιακές ασκήσεις. […] Η αγωνία μας δεν είναι προσωπική ούτε εσωκομματική. Είναι εθνική. Γιατί μια χώρα που εγκαταλείπει τον πρωτογενή τομέα της, υπονομεύει το ίδιο της το μέλλον».
