Διχάζει τους ιστορικούς της Τέχνης ένας νέος πίνακας ανυπόγραφος που βρέθηκε στην Ιταλία, με θέμα την «Προσκύνηση των Μάγων» και αποδίδεται στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Το εν λόγω έργο έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με το αντίστοιχο που εκτίθεται στο Μουσείο Μπενάκη αλλά και διαφορές.
Ο αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Κρήτης Παναγιώτης Ιωάννου που έχει εμπλακεί στον εν εξελίξει διεθνή επιστημονικό διάλογο, πιστεύει αντίθετα με τους Ιταλούς ειδικούς πως, χωρίς να υπάρχει «τελεσίδικη απάντηση», το έργο που φυλάσσεται στην Ακαδημία του Αγίου Λουκά της Ρώμης, «θα πρέπει μάλλον να αποκλειστεί από το corpus του Γκρέκο».
Η «Εφ.Συν.», με τη συνέντευξη του Ελληνα ειδικού, η άποψη του οποίου είναι καρπός ενός ευρύτερου επιστημονικού προβληματισμού που βρίσκεται στη διαδικασία της επιστημονικής δημοσίευσης σε τόμο, συμβάλλει στη διεθνή συζήτηση.
● Κύριε Ιωάννου, πρόσφατα ανακαλύφθηκε ένας πίνακας με την παράσταση της Προσκύνησης των Μάγων και αποδόθηκε στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Ποια είναι η ιδιαιτερότητα αυτής της «ανακάλυψης»;
Αντίθετα με την παράσταση της «Προσκύνησης των Ποιμένων», την οποία ο Θεοτοκόπουλος ζωγράφισε σε πολλές παραλλαγές στα χρόνια που έζησε στην Ιταλία και, κυρίως, στην Ισπανία, είναι λίγα τα γνωστά έργα στα οποία απεικόνισε την Προσκύνηση των Μάγων (από τους καθολικούς γιορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου).
Το πιο πρώιμο, με την υπογραφή «ΧΕΙΡ ΔΟΜΗΝΙΚΟΥ», φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη· πρόκειται μάλιστα για έργο (συνήθως χρονολογείται στα κρητικά χρόνια του Θεοτοκόπουλου), στο οποίο ο ζωγράφος φέρεται αφενός να απομακρύνεται πλήρως από τη βυζαντινότροπη ζωγραφική, αφετέρου να διαφοροποιείται αισθητά από άλλα έργα του της ίδιας περιόδου. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον με την πρόσφατη Προσκύνηση των Μάγων, συνίσταται στο γεγονός ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό είναι εικονογραφικά έργο όμοιο με εκείνο του Μουσείου Μπενάκη.
● Πρόκειται όμως για έργο του Θεοτοκόπουλου;
Αυτό βρίσκεται ακόμα υπό διερεύνηση. Πρέπει πάντως να τονίσουμε εξαρχής ότι στην περίπτωση που η προτεινόμενη απόδοση –που οφείλεται στον Ιταλό ιστορικό της τέχνης Fabrizio Biferali, ο οποίος και ανακάλυψε το έργο στις αποθήκες του ρωμαϊκού ιδρύματος και έχει μέχρι τώρα γίνει αποδεκτή από ορισμένους ακόμα ιστορικούς της τέχνης–, αποδειχθεί σωστή, θα συνεισφέρει στις γνώσεις μας για τον Γκρέκο, καθώς ρίχνει νέο φως στην καλλιτεχνική του διαδρομή.
Οσα προς το παρόν γνωρίζουμε για το έργο είναι τα εξής: έχει διαστάσεις 148 x 174 εκ., είναι ζωγραφισμένο με λάδι πάνω σε καμβά, παρουσιάζει φθορές στην εικαστική επιφάνεια –πράγμα που κατέστησε στο παρελθόν αναγκαίες αλλεπάλληλες επεμβάσεις–, και, τέλος, πέρασε στην ιδιοκτησία της Ακαδημίας το 1877, ύστερα από κληρονομιά ενός Ρωμαίου ιδιώτη συλλέκτη.
Ως προς τα άλλα ζητήματα –πατρότητας, εικονογραφίας και ύφους– αναπόφευκτα αυτά θα πρέπει να συνεξεταστούν σε συνάρτηση με την «Προσκύνηση» του Μουσείου Μπενάκη, εφόσον κάθε υπόθεση ξεκινάει και αντλεί, από την αντιπαραβολή του με εκείνο το έργο, γνωστό στις έρευνες περί τον Θεοτοκόπουλο ήδη από το 1934.
● Υπάρχουν, και ποιες, διαφορές ανάμεσα στις δύο «Προσκυνήσεις»;
Ανάμεσα στα δύο έργα οι ομοιότητες είναι μεγάλες και αδιαμφισβήτητες, ωστόσο υφίστανται επίσης εμφανείς διαφορές. Πρώτα στην τεχνική (τέμπερα στο έργο Μπενάκη, λάδι στο έργο της ρωμαϊκής Ακαδημίας) και τις διαστάσεις (το ρωμαϊκό σχεδόν τετραπλάσιο του αθηναϊκού, το οποίο έχει διαστάσεις 40 x 45 εκ.). Υστερα, σε επιμέρους, και κάπως περιφερειακές, εικονογραφικές λεπτομέρειες, στις μορφές και στα διάφορα αντικείμενα.
Ακόμα, στη γενικότερη σύνθεση: στο αθηναϊκό έργο είναι εμφανής η προσπάθεια του ζωγράφου για δόμηση του εικαστικού χώρου μέσα από μια διαβαθμισμένη προοπτική που δημιουργεί βάθος και συντελεί στην κάπως αρμονική ένταξη των μορφών στον φυσικό και αρχιτεκτονικό χώρο, πράγμα που συμβαίνει πολύ λιγότερο στο ρωμαϊκό έργο, στο οποίο δεν λείπουν και μερικοί λάθος υπολογισμοί του χώρου.
Τέλος, στον διαφορετικό ρόλο και χειρισμό του σχεδίου και του χρώματος: γενικά μια πιο φωτεινή κλίμακα διακρίνουμε στο πρώτο έργο, μια σκοτεινή στο δεύτερο, στο οποίο βλέπουμε επίσης μια πιο εικαστική ζωγραφική, κοντά κατά κάποιον τρόπο στη βενετσιάνικη χρωματικότητα των τελευταίων δεκαετιών του 16ου αιώνα, ωστόσο σε μια μάλλον αδέξια εκδοχή της. Ας έχουμε πάντως υπόψη μας και το γεγονός των μεταγενέστερων επεμβάσεων (επιζωγραφίσεων, καθαρισμών) σε αμφότερα τα έργα.
● Τι σημαίνουν οι παραπάνω διαφορές;
Αν δεχθούμε ότι και τα δύο έργα ανήκουν στο ίδιο χέρι, εκείνο του Θεοτοκόπουλου –παρότι υπογραφή υπάρχει μόνον στο ένα–, θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν οι διαφορές μπορούν να εξηγηθούν από τον διαφορετικό χρόνο εκτέλεσής τους. Και αν η Προσκύνηση του Μπενάκη όντως χρονολογείται στα ύστερα χρόνια του ζωγράφου στην Κρήτη, δηλαδή στα 1565-1567 (πράγμα σχεδόν ομόφωνα αποδεκτό από την έρευνα, ωστόσο καθόλου βέβαιο), το ερώτημα είναι πότε μπορεί να εκτελέστηκε η Προσκύνηση της Ακαδημίας. Ας σημειώσουμε εδώ ακόμα ότι οι διαφορές ανάμεσα στα δύο έργα δεν είναι δηλωτικές μιας επανεπεξεργασίας του θέματος όπως έκανε ο Γκρέκο σε πολλά άλλα έργα του, κατά την παραμονή του στην Ιταλία και την Ισπανία. Ετσι, νομίζω ότι τουλάχιστον δύο εναλλακτικές λύσεις ανοίγονται μπροστά μας.
Η πρώτη: Τα δύο έργα ανήκουν πράγματι στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, ο οποίος τα εκτέλεσε πιθανότατα σε διαφορετικό χρόνο, ίσως και σε διαφορετικό τόπο (Κρήτη; Βενετία;). Σε μια τέτοια χρονική ή/και γεωγραφική απόσταση, που ενδεχομένως συνεπάγεται νέα ερεθίσματα ή διαφορετικές επιρροές για τον ζωγράφο, θα οφείλονταν ενδεχομένως οι, δικαιολογημένες σε αυτήν τη συλλογιστική, διαφορές.
Μάλιστα, εφόσον μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί κάποια αυτούσια σύνθεση-πρότυπο για την υλοποίηση της συγκεκριμένης Προσκύνησης, ο Κρητικός ζωγράφος, ερανιζόμενος μεμονωμένα στοιχεία και μοτίβα από άλλα έργα, θα επινόησε μια δική του, πρωτότυπη και απαιτητική, σύνθεση, την οποία εκτέλεσε (τουλάχιστον) δύο φορές με μικρές αλλά υπαρκτές διαφορές.
Και αν όντως ο πίνακας του Μπενάκη ανήκει στο ύστερο διάστημα της κρητικής παραμονής του Θεοτοκόπουλου –δουλεύοντας υπό την (έμμεση) επίδραση της βενετσιάνικης ζωγραφικής και έχοντας προ οφθαλμών χαρακτικές αναπαραγωγές έργων επί το πλείστον Ιταλών μανιεριστών ζωγράφων–, είναι πιθανό να επανεπεξεργάστηκε την ίδια σύνθεση όταν βρέθηκε στη Βενετία, ίσως μάλιστα κατά τον πρώτο καιρό της άφιξής του εκεί, ερχόμενος σε άμεση επαφή με τον «κόσμο» της βενετσιάνικης ζωγραφικής όπως διαμορφωνόταν από τα εργαστήρια του Τισιανού, του Τιντορέτο και των Μπασάνο. Του οποίου όμως «κόσμου» προκύπτει, σε αυτό το έργο, μάλλον ένας μέτριος, αν όχι αδέξιος, μιμητής.
Η δεύτερη υπόθεση είναι τα δύο έργα να ανήκουν σε διαφορετικά χέρια, ένα από τα οποία είναι του Κρητικού ζωγράφου. Σε αυτή την περίπτωση, δύο τινά μπορούν να συμβαίνουν. Το πρώτο: ο ζωγράφος που εκτέλεσε το μεταγενέστερο έργο –άγνωστο ποιο από τα δύο– είχε υπόψη του το άλλο το οποίο εξέλαβε ως πρότυπο· έτσι, είτε κάποιος ζωγράφος αντέγραψε τη σύνθεση του έργου του Θεοτοκόπουλου που βρίσκεται τώρα στο Μπενάκη είτε ο Θεοτοκόπουλος ήταν εκείνος που αντέγραψε το έργο που φυλάσσεται στη ρωμαϊκή Ακαδημία το οποίο θα εκτελέστηκε πρώτο.
Το δεύτερο: οι δύο πίνακες ανήκουν μεν σε διαφορετικούς ζωγράφους, οι οποίοι, δίχως να γνωρίζει ο ένας το έργο του άλλου, είχαν ένα κοινό πρότυπο (σχέδιο, ζωγραφική ή χαρακτικό), το οποίο όχι μόνον λανθάνει, αλλά, καθώς φαίνεται, δεν αποτέλεσε πρότυπο, εξ όσων γνωρίζουμε, παρά μόνο για τα δύο αυτά έργα, του Μπενάκη και της Ακαδημίας.
● Αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι δυνατό να διατυπώσουμε κάποια συμπεράσματα, έστω προσωρινά;
Αν οι εντελώς αποσπασματικές εδώ παρατηρήσεις επί της τεχνοτροπίας του έργου της Ακαδημίας, σε σχέση με εκείνο της Αθήνας, είναι σωστές, και εφόσον δεχθούμε ότι ο Θεοτοκόπουλος στα έργα του βαθμηδόν αφομοίωνε όλο και περισσότερο δυτικά στοιχεία, τότε το ίδιο αυτό έργο δείχνει μάλλον μιαν οπισθοδρόμηση στην πορεία μαθητείας του στην ιταλική τέχνη, πράγμα βέβαια που δεν μπορεί να αποκλειστεί, δεν είναι όμως και το πλέον αναμενόμενο για έναν ζωγράφο όπως ο Γκρέκο που κατά τη διάρκεια της ιταλικής του παραμονής –όσο τη γνωρίζουμε– διαρκώς αφομοίωνε στοιχεία της «δυτικής» τέχνης, φτάνοντας σε αποτελέσματα τα οποία δικαιολόγησαν τη συμπερίληψή του από τους συγχρόνους του ανάμεσα στους «καλύτερους ζωγράφους της εποχής του»· και εδώ, όταν διαβάζουμε «καλύτερους», πρέπει να εννοήσουμε κατά κύριο λόγο τους «μοντέρνους Ιταλούς ζωγράφους».
Σε μια τέτοια συλλογιστική, το έργο της Ακαδημίας θα πρέπει μάλλον να αποκλειστεί από το corpus του Γκρέκο. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου εύκολη μια τελεσίδικη απάντηση στο ερώτημα αν στην «Προσκύνηση» της ρωμαϊκής Ακαδημίας έχουμε ένα έργο του Θεοτοκόπουλου, το οποίο μάλιστα θα μπορούσε να ενταχθεί στα τόσο λειψά από πλευράς τεκμηρίωσης χρόνια της ζωής του, στην Κρήτη και την Ιταλία.
Σε κάθε περίπτωση, το έργο της Ακαδημίας μπορεί να μας δώσει μια αφορμή για να επανελέγξουμε παλαιές βεβαιότητες, όχι όμως –και εδώ χρειάζεται προσοχή– και για να ανοίξουμε εκ νέου παλαιές συζητήσεις (οι οποίες μόνο σύγχυση προκάλεσαν στη βιβλιογραφία περί Γκρέκο) σαν τίποτα να μην είναι κεκτημένο από την έρευνα.
