ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ του Σαράντα Τέσσερα/ με μια μοτοσικλέτα του ΕΛΑΣ/ η μάνα μου ετοιμόγεννη, γυρίζει ο θανατάς./ Να η μαμή, ανασηκώνει το μανίκι/ έτσι γεννήθηκα στη Σαλονίκη… Σαν σήμερα, λοιπόν, πριν από εβδομήντα έξι χρόνια πρωτοβλέπει το φως ο αειθαλής αοιδός Διονύσης Σαββόπουλος στον τόπο και με τον τρόπο που τραγούδησε ο ίδιος. Είχα πάντοτε την πεποίθηση ότι δεν τυγχάνει απλός μουζικάντης ο Νιόνιος. Συγκαταλέγεται αναμφιβόλως στους σημαντικούς μας ποιητές, αφού εξέφρασε όσο λίγοι το πολιτικό και κοινωνικό περιθώριο της δεκαετίας του Εξήντα και του Εβδομήντα –«τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα», πά’ να πει–, εμβαθύνοντας μέσα από τόσες αντιφάσεις του αργότερα στη ρηχότητα των καιρών της ελληνικής αφθονίας. Ανατρέχω με πόνο καρδιάς, λόγω στενότητος χώρου, σε ορισμένους μονάχα εύγλωττους στίχους του:
Η ΘΑΝΑΣΙΜΗ μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη Τη νύχτα αυτή η αστυνομία/ μάζεψε τους αλήτες απ’ το πάρκο/ πλάκωσε το εκατό/ κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα./ Φύγε φύγε όσο έμεινε καιρός/ γιατί η νύχτα στο κρατητήριο είναι κρύα/ πώς βαστιέται τέτοιος εξευτελισμός/ και το στόμα σου φαρμάκι απ’ τα τσιγάρα/ το πρωί στο λεωφορείο στριμωχτός/ μια διαδήλωση κοιτάς πίσω απ’ τα τζάμια. […] Οταν πέφτει το σκοτάδι/ τα υπόγεια τα ρεύματα βουίζουν/ την αλήθεια ποιος θα μάθει/ ένορκοι πληρωμένοι θα με κρίνουν./ Η ζωή μου έχει γεμίσει μυστικά,/ στους διαδρόμους ψευδομάρτυρες καπνίζουν/ και οι φίλοι με κερνούν ναρκωτικά/ και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι…
ΜΑΚΡΥ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ για τον Νίκο […] Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα,/ ξεφώνιζε όπως τονε σέρναν, σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους/ του Νίκου έκαψε τα φρένα./ Εξω απ’ την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί,/ γιατί του το ’χαν διαλύσει/ κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του,/ στην φρικαλέα ατραξιόν του/ με τόση βία που είναι αδύνατον να πω/ τι έγινε εκεί κάτου/ το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ,/ στον χώρο του αοράτου./ Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου»/ τραβώντας κιόλας το λεπίδι/ τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν/ με μια ταυτότητα να σκύβει./ […] Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές/ και από δίκιο ξέρει/ τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά,/ τον βλέπω σε αργές στροφές,/ σαν μια θεότητα που λύει τον πανικό της/ και διαστέλλεται ξεσπώντας/ στ’ ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού,/ που βιάζουν το άσυλό της./ Η ουρά που αυξάνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει,/ με τον ζουρλομανδύα/ και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει,/ θα λάβει ό,τι της αξίζει./ Στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη,/ αιώνια, δίχως σωτηρία/ στην τακτική δουλεία του δικαστή/ που δεν καταλαβαίνει./ Νίκο, ποτέ δε θα ’ναι έτσι/ Νίκο, είν’ η αρρώστια που μας σώζει/ καθώς σε φέρνει/ πιο μακριά κι απ’ το κελί σου/ Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.
