ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι χρήσιμο να εξαχθούν ορισμένα συμπεράσματα από την εκλογική αναμέτρηση στις ΗΠΑ. Η κούρσα σαν να έγινε σε πολιτικό κενό∙ ως ένα είδος αλλαγής προσώπων και όχι ως αισθητή αλλαγή πλεύσης που έχουν ανάγκη τόσο οι ΗΠΑ όσο και ο κόσμος. Κάτι σαν αλλαγή θέματος.

Και ο Τραμπ είναι αριστοτέχνης στην αλλαγή θέματος. Η θητεία του στο τιμόνι της χώρας μάλλον επιβεβαίωσε την πεποίθησή του ότι μπορεί να κυβερνάει -πιθανότατα και τον υπόλοιπο κόσμο- σαν να διοικεί την επιχείρησή του. Μάλιστα με την απλουστευτική λογική «καλό ή κακό» και «άσπρο ή μαύρο», όπου «καλό» είναι ό,τι γεμίζει το ταμείο των δισεκατομμυριούχων μελών της κυβέρνησής του -και του ιδίου- και «κακό» ό,τι του αντιστέκεται ή τον αμφισβητεί.

Σίγουρα ένα απογοητευτικό σύμπτωμα πολιτικής νόσου για τη δοκιμασμένη -και γερασμένη ταυτόχρονα- φιλελεύθερη δημοκρατία του κόσμου ήταν η σπουδή των δύο αντιπάλων της κούρσας για την προεδρία των ΗΠΑ να ανακοινώσουν στα διεθνή μίντια τον θρίαμβο της νίκης τους. Ανάλογο επίπεδο «πολιτικής» μόνο οι ελληνικές φοιτητικές παρατάξεις έχουν να επιδείξουν τα τελευταία χρόνια.

Το παραπάνω της νόσου, μεταξύ άλλων, υπονοεί ότι ο δρόμος του Τραμπ και ο τραμπισμός στον Λευκό Οίκο ήταν ήδη στρωμένος από φιλελεύθερες λατρείες, όπως ο Μπιλ Κλίντον ή ο δισεκατομμυριούχος Μπιλ Γκέιτς. Ολοι αυτοί οι υπερήρωες και λοιποί αστέρες του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός προφανώς δεν συναθροίζονταν στην Ελβετία για να αγοράσουν σοκολάτες ή για να υπολογίσουν τους φόρους που θα έπρεπε να πληρώσουν στα δημόσια ταμεία των χωρών τους, αλλά για να ανταλλάξουν ιδέες που θα άλλαζαν τον κόσμο -με την καλή τους την καρδιά- βέβαια, χωρίς να αλλάξει τίποτα. Αυτή η κατίσχυση του φιλανθρωπο-καπιταλισμού είχε δύο πολύ σημαντικές συνεπαγωγές. Πρώτον, την εξαφάνιση του δημόσιου χώρου και των κρατικών πολιτικών από τα μεγάλα προβλήματα των ανθρώπων -υγεία, παιδεία, απασχόληση, ασφάλεια κ.ά.- και δεύτερον την επέλαση και πρωτοκαθεδρία των ιδιωτικών εταιρειών σε αυτές τις συλλογικές υποθέσεις.

Το επιχείρημα του αντισυστημικού Τραμπ ήδη από τις εκλογές του 2016 ήταν ακριβώς αυτό που είχε πει: «Ενα από τα ωραία πράγματα μ’ εμένα είναι ότι είμαι πλούσιος». Με αυτόν τον τρόπο είχε ταυτίσει τον πλούτο του με υπερφυσικές δυνατότητες και πολιτικά κριτήρια, τα οποία φυσικά ουδέποτε διέθετε. Βέβαια λίγες ώρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του έσπευσε να μειώσει τους συντελεστές των εταιρικών φόρων από το 35% στο 15% και να υποσχεθεί κατάργηση όλων των προηγούμενων ρυθμιστικών κανόνων λειτουργίας των αγορών, κάνοντας τους πλούσιους -όπως ο εαυτός του- πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους.

Ως τη στιγμή που γράφονταν ετούτες οι γραμμές, συνεχίζεται η καταμέτρηση των ψήφων σε Πολιτείες-κλειδιά, όπως η Πενσιλβάνια και η Τζόρτζια, με τον Μπάιντεν να κερδίζει έδαφος και τις διαφορές να κυμαίνονται. Αυτό δείχνει ότι έως την τελευταία στιγμή η υπόθεση του Οβάλ Γραφείου θα εξελιχθεί σε πολιτικό θρίλερ που ενδεχομένως θα λυθεί στα δικαστήρια και στα μίντια –με τις διαγγελματικές ανακοινώσεις τού νυν προέδρου να διακόπτονται στον αέρα στον βαθμό που ο Τραμπ επιτίθεται στη δημοκρατία επαναλαμβάνοντας τα γνωστά του ψέματα περί εκλογικής νοθείας.

Το βέβαιο είναι ότι παρά την αποτυχία της πολιτικής ΜAGA (Make America Great Again – Να κάνουμε την Αμερική ξανά υπέροχη), που ταυτίστηκε με την εκστρατεία του Τραμπ το 2016, ο τραμπισμός ήρθε για να μείνει. Στο κάτω κάτω το ίδιο σύνθημα είχε χρησιμοποιηθεί από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν το 1980, από τον Μπιλ Κλίντον το 1992 αλλά και από την Χίλαρι το 2008. Και δεν υπήρξε πιο κενόδοξο σύνθημα στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ, στον βαθμό που υπονοεί ότι όσοι το προωθούν είναι πεπεισμένοι ότι η χώρα βρίσκεται ήδη σε παρατεταμένη παρακμή – αλλά με λάθος σκεπτικό και για λάθος αιτίες.

Αλλωστε όλοι, τόσο οι λαϊκιστές όσο και οι συστημικοί πολιτικοί, ομνύουν αυτή τη στιγμή στην «πολιτική MAGA». Ολοι θέλουν τις χώρες τους ισχυρότερες, θέλουν τον έλεγχο, να επικρατήσουν, να σβήσουν από τον χάρτη τους ανταγωνιστές τους, να νικήσουν, να πάρουν την παρτίδα. Ο Μακρόν, αλλά και η Λεπέν, ο Τζόνσον, η Μέρκελ, ο Πούτιν, ο Σι Τζινπίνγκ, ο Ερντογάν… Ακόμα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει την Ελλάδα την καλύτερη, ασφαλέστερη και ισχυρότερη χώρα στην περιοχή, άριστο προορισμό τουριστών και επενδυτών. Το ζήτημα είναι ότι κανείς τους δεν μπορεί να το πετύχει, γιατί όλοι τους έχουν την ψευδαίσθηση πως ό,τι παρέλαβαν από την πρόοδο των προηγούμενων γενεών ήταν μια καλή κληρονομιά που μάλιστα τους ανήκε.