Οταν την περασμένη φορά σχολιάζαμε από αυτή εδώ τη στήλη το «Παίζοντας το θύμα» των Ολέγκ και Βλαντιμίρ Πρεσνιακώφ, σημειώναμε πως το «νέο» –όπως ονομάζεται– δράμα της τελευταίας γενιάς των Ρώσων μετασοβιετικών συγγραφέων πολλά οφείλει και σε πολλά ακολουθεί την τρομερή έκρηξη του αγγλόφωνου επί σκηνής δράματος που ο κόσμος γνώρισε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Είναι νομίζω επομένως ώρα να στραφούμε προς τους πρώτους διδάξαντες εκείνης της συγκερασμένης spleen ενός αιώνα διαψεύσεων και ανερμάτιστης οργής, και ιδιαίτερα ανάμεσά τους στην κορυφαία έκφραση εκείνης της γενιάς, στη Σάρα Κέιν.
Παλιότερα είχα γράψει πως με ορισμένους ξένους συγγραφείς η σκηνή μας ευτύχησε περισσότερο από άλλους. Υπάρχουν κάποιοι στους οποίους έχουμε αποκτήσει τόση ευαισθησία και εξοικείωση –ο Λόρκα είναι λαμπρή περίπτωση ανάμεσά τους–, ώστε να τους νιώθουμε σαν μέρος της ιθαγένειάς μας. Ανάμεσα στους λόγους αυτής της ενσωμάτωσης κεντρικός θα πρέπει να θεωρείται ο πρώτος διδάξας αυτών των συγγραφέων στο ελληνικό κοινό, εκείνος που ανέλαβε για λογαριασμό του την υποδοχή, διερευνητική γνωριμία, τις εκατέρωθεν συστάσεις, τη δεξίωση. Κι όπως πίσω από περιπτώσεις σαν του Λόρκα εμφανίζεται σταθερά το όνομα του Κουν, έτσι και πίσω από την ιδιάζουσα σχέση που έχει αποκτήσει η σκηνή μας με τον κόσμο της Κέιν οφείλουμε να τοποθετήσουμε τον Λευτέρη Βογιατζή.
Ανάμεσα, ωστόσο, σε όσους συνάντησαν την Κέιν ουσιωδώς στη συνέχεια οφείλω να διακρίνω την περίπτωση της Αντζελας Μπρούσκου. Υπάρχει κάτι εδώ που καταπώς φαίνεται ακούει στο όνομα «εκλεκτική συγγένεια». Εχει αναπτυχθεί με τα χρόνια φαίνεται μια από εκείνες τις μαγικές σχέσεις, τις μακρινές φιλίες, που κάνει τη μια δημιουργική προσωπικότητα να εισχωρεί μέσα στην άλλη, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου, και να μένει εκεί, ώστε να είναι πια δύσκολο να διακρίνεις σε ποιο μέρος της σκηνής κάθεται ο συγγραφέας και σε ποιο ο σκηνοθέτης. Στην περίπτωση της Μπρούσκου δεν μιλάμε για «δεξίωση» της Κέιν – εδώ έχουμε το αμοιβαίο τραπέζωμα μιας αγαπητής φίλης…
Τα έγραψα όλα αυτά μονάχα για να δικαιολογήσω τη συνθήκη με την οποία υποδέχθηκα το ανέβασμα του «Φαίδρα έρως» στο Μπάγκειον. Πήγα υποψιασμένος για μια συνάντηση περισσότερο, παρά για ένα ακόμα σκηνικό ανέβασμα της Κέιν. Κι ακόμη ένιωθα πως με όλη τη μαυρίλα του έργου και την τελεστική του σχεδόν νοσηρότητα, κάτι όμορφο, ζεστό και –γιατί όχι;– θετικό αναδυόταν από την πρόταση της Ομόνοιας. Την ίδια αίσθηση που διατηρούσα ακόμη καθώς ανηφόριζα στην έρημη Σταδίου στην επιστροφή μου. Από τέτοιο σκοτάδι, κι όμως να που βγαίνει φως…
Δυο λόγια όμως για το ίδιο το έργο. Πρόκειται για τη γνωστή στη Δύση –κυρίως μέσω του Ρακίνα ασφαλώς– υπόθεση του νοσηρού πάθους της Φαίδρας για τον πρόγονό της, τον Ιππόλυτο, πάθος που θα καταλήξει στον αφανισμό και των δύο. Ομως εδώ, στην Κέιν, το πάθος γίνεται το κέλυφος της ιστορίας και ο μύθος γίνεται το καβούκι των προσώπων. Στη θέση του αγνού ήρωα έχουμε έναν παρατημένο πρίγκιπα, στη θέση της Φαίδρας το απολίθωμα του παλιού εαυτού της, ενώ έχουμε από κοντά και μια κόρη, τη Στρόφη… Την ίδια ώρα που όλα μοιάζουν ανίκανα να σηκώσουν κάτι παραπάνω από μια εκφυλισμένη επανάληψή τους, και το μόνο που διασώζει το παλιό δράμα είναι ίσως η ειρωνική αυτο-υπονόμευση, η γεμάτη ευφυϊσμούς γλώσσα, για την οποία κάποτε θα πρέπει να αποδώσουμε τις οφειλές της Κέιν στον μέγα δάσκαλο Οσκαρ Ουάιλντ.
Τίποτα το «ιερό» εδώ, λοιπόν, για τους σχολιαστές του μύθου… καμιά παρηγοριά και ελπίδα, ειδικά όταν ούτε τα ίδια τα πρόσωπα του έργου δείχνουν ικανά ή πρόθυμα να υποδυθούν έστω αξιοπρεπώς τον ιερό εαυτό τους. Κι όμως, αυτός ο βασιλιάς της αναίρεσης και απομυθοποίησης, ο Ιππόλυτος, όσο κατεβαίνει μπροστά μας άλλο τόσο και ψηλώνει μέσα μας. Και φτάνει έτσι από τα άδυτα και τα σκοτεινά του μύθου να στεφτεί στο τέλος καθαρτής της ιστορίας και του κόσμου, καταλύτης μιας νέας εποχής, ένας μεταμοντέρνος ήρωας που η δύναμή του δεν πηγάζει πια από την αγνότητα ή την ομορφιά, αλλά από τη δαιμόνια ταραχή που γεννάει, από τον σπασμό του σώματος και την ηδονή του χασίματος. Ενας νέος Ερχόμενος που εμπνέει και μεθάει, όχι πια ως Ιππόλυτος αλλά ως Βάκχος.
Στην «εγκατάσταση» του Μπάγκειον –γιατί για εγκατάσταση πρόκειται– η Μπρούσκου ανέβασε αυτόν τον λυρικό σπασμό και το ειρωνικό χάσμα, το αντι-μυθικό στέμμα της Κέιν, με θαυμαστή συγκρότηση και δημιουργική απλότητα. Και μάλιστα χρησιμοποιώντας όχι ένα αλλά πολλά θέατρα-σκηνές, το ζωντανό και εξ αποστάσεως θέατρο – και κάποια στιγμή, τα πολυμέσα και τα τρικ ενός απλού κινητού! Το σημειώνω αυτό, μα ας μην μπερδευτούμε: Ολα κυλούν τελικά σαν ένα σώμα που μετασχηματίζεται κι αποκτά άλλοτε τη σάρκα του ηθοποιού, άλλοτε το φάσμα ενός προσώπου στον διαμεσολαβημένο ψηφιακό κόσμο μας.
Σε αυτή την εξαιρετική μεταφορά, την μετάφραση της οποίας υπογράφει ο Διονύσης Καψάλης, ο Γιάννης Παπαδόπουλος επιβεβαιώνει την κεντρική θέση του ανάμεσα στους ηθοποιούς της γενιάς του. Ο Ιππόλυτός του θα χαμηλώσει και θα υψωθεί στο δικό του σώμα, βέβηλος και πάναγνος. Η Φαίδρα της Παρθενόπης Μπουζούρη είναι το θύμα ενός έρωτα εξαρχής καταδικασμένου αλλά και άγονου – μια αληθινή αιρετική βασίλισσα του έρωτα. Κρίσιμη η συμβολή του Τσιμάρα Τζανάτου στη θεατρικότητα της παράστασης, στους ρόλους Γιατρού και Ιερέα. Οπως και της Νατάσας Εξηνταβελώνη, στον ρόλο της Στρόφης, που σαν θύμα της πατριαρχικής και βασιλικής εξουσίας θα καταλήξει στο τέλος αόρατη από τους ανθρώπους και διάφανη στον μύθο τους.
Τον δυναμικό σχεδιασμό των φωτισμών και την ηλεκτροφόρα μουσική επένδυση της παράστασης υπογράφουν οι Αλέξανδρος Πολιτάκης και Αλέξης Εφραιμίδης αντίστοιχα.
