ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Γιαννουλόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πυρπόληση της Μόριας άναψε κι αλλού φωτιές. Αντεγκλήσεις ανάμεσα στην αντιπολίτευση και την κυβέρνηση, καβγάδες στην τηλεόραση, καταιγισμός άρθρων στον Τύπο, μαλλιοτραβήγματα στο διαδίκτυο. Για να μπω κι εγώ στο κλίμα, ένα σχόλιο για τη δήλωση του Αντώνη Λιάκου: παραδέχομαι ότι πολλοί από εμάς θα είχαμε επαναλάβει ακριβώς τα λόγια του για τις αιτίες που οδήγησαν στην εξέγερση. Και η αιτιολόγηση είναι απαραίτητη για την κατανόηση των νεαρών που θεωρούνται ένοχοι. Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι η λέξη «κατανόηση» έχει δυο σημασίες. Ομορες μεν, αλλά όχι ταυτόσημες.

Η πρώτη, ίσως η συνηθέστερη, υποδηλώνει αποδοχή. «Δείξε κατανόηση» πάει να πει μη με κατηγορείς γι’ αυτό που κάνω ή λέω. Η δεύτερη ανήκει στον χώρο της επιστημονικής ορολογίας, όπου το ρήμα «κατανοώ» δεν έχει την έννοια της ανοχής, πόσω μάλλον της επιδοκιμασίας, και συνεπώς δεν αποκλείει την απόρριψη αυτού που κατανοούμε. (Νομίζω ότι κάτι παρόμοιο επισήμανε και ο Νίκος Μουζέλης στο άρθρο του με τίτλο «Από τον μεταφορικό στον κυριολεκτικό λόγο», στην «Εφημερίδα των Συντακτών», 23 Σεπτεμβρίου). Το ποια από τις δυο είχε κατά νουν ο Αντώνης Λιάκος δεν το γνωρίζω. Αλλά είμαι σίγουρος ότι το πώς διαβάστηκε η δήλωσή του καθορίστηκε από τις πολιτικές πεποιθήσεις των αναγνωστών.

Θα έλεγα όμως ότι το πιο σημαντικό στην υπόθεση της Μόριας είναι κάτι άλλο. Οι αντιδράσεις έφεραν στην επιφάνεια τον εξής τρόπο της πολιτικής σκέψης που ευδοκιμεί στην Ελλάδα: όποιος διαμαρτύρεται πιο δυνατά από τους άλλους για ένα κακώς κείμενο σημαίνει ότι έχει βρει και τη θεραπεία του. Και αυτός ο στρεβλός ισχυρισμός ευδοκιμεί επειδή περνάει απαρατήρητος για τον εξής λόγο: αν προβληματιστούμε γύρω από το πώς εννοούμε την πολιτική, θα διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι, και στην Αριστερά όλοι, την ταυτίζουν με την αντιπολίτευση.

Το οποίο σημαίνει ότι δικαιούνται να διαμαρτύρονται και να καυτηριάζουν, χωρίς να αισθάνονται την παραμικρή υποχρέωση να προτείνουν τη δική τους λύση. Δηλαδή επικρίνουν ανέξοδα εφόσον εξ ορισμού δεν μπορούν οι ίδιοι να επικριθούν. Ετσι την πάτησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μετέφρασε την οργή σε λύση, κέρδισε τις εκλογές και όταν κρίθηκε ως κυβέρνηση ηττήθηκε.

Η περίπτωση της Μόριας και του μεταναστευτικού γενικότερα έφερε επίσης στην επιφάνεια μια ιδιοτέλεια που συχνά κρύβουν μέσα τους οι σπαραξικάρδιες δηλώσεις υπέρ των αδικημένων και των κατατρεγμένων. Ακούγονται υπέροχες και συγκινητικές. Από τη στιγμή όμως που δεν προτείνουμε κάτι συγκεκριμένο, κάτι όχι γενικόλογα «προοδευτικό» αλλά δεσμευτικό και σαφές για το οποίο θα αναλάβουμε την ευθύνη, η υποτιθέμενη συμπαράσταση στους πρόσφυγες συνιστά υπεκφυγή.

Φυσικά όλοι ξέρουμε ότι δεν υπάρχει η τέλεια λύση εφόσον το πρόβλημα είναι γεωγραφικό. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήρθαν στην Ελλάδα για να μείνουν, αλλά για να φύγουν. Οταν λοιπόν οι υπόλοιπες χώρες δεν τους δέχονται, ή τους δέχονται με το σταγονόμετρο, και επιπλέον όταν οι συμπολίτες μας στην ηπειρωτική Ελλάδα θα ξεσηκωθούν αν μεταφερθούν στην περιοχή τους (ή αλλιώς στην εκλογική περιφέρεια διαφόρων βουλευτών), επόμενο είναι να στοιβάζονται στα νησιά κοντά στις τουρκικές ακτές.

Θα ρωτήσετε, γιατί δεν κατασκευάζονται κέντρα υποδοχής όπου οι πρόσφυγες θα ζουν όχι σε άθλιες παραγκουπόλεις αλλά σε καταλύματα με στοιχειώδεις ανέσεις και με υπηρεσίες που λειτουργούν, απάντηση υπάρχει, αλλά ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ τότε, ούτε η Νέα Δημοκρατία σήμερα τόλμησαν να την πουν ανοιχτά. Απλούστατα, αν βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης, τότε θα σπεύσουν ακόμα περισσότεροι να διασχίσουν με τα καρυδότσουφλα τα λίγα χιλιόμετρα που τους χωρίζουν από την Τουρκία, μέχρι να γεμίσουν ξανά τα φιλόξενα κέντρα υποδοχής και πάει λέγοντας.

Ολα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα έχει γίνει μια χώρα αφιλόξενη για τους πρόσφυγες. Και θα παραμείνει στο μέτρο που οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση εμμένουν στην άρνησή τους να τους δεχτούν ή επινοούν νέες περίπλοκες διαδικασίες για να αναβάλουν τις δύσκολες αποφάσεις.

Και για να έρθουμε στα δικά μας, η Νέα Δημοκρατία ανακάλυψε ότι τα πρόβλημα είναι πιο δισεπίλυτο απ’ ό,τι άφηνε να εννοηθεί, όταν, ως αντιπολίτευση, κατηγορούσε τον ΣΥΡΙΖΑ για την κατάσταση στα ΚΥΤ, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, ξεχνώντας ότι κυβέρνησε επί τεσσεράμισι χρόνια –το συνηθίζει αυτό– επικρίνει τη Νέα Δημοκρατία επειδή δεν κάνει εκείνα που ο ίδιος δεν έκανε. Οσο για εμάς τους απλούς πολίτες, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν κρινόμαστε από τα λόγια που ακόμα κι αν είναι σωστά παραμένουν εύκολα, αλλά από τις συγκεκριμένες λύσεις που προτείνουμε αναλαμβάνοντας την ευθύνη και το κόστος.