Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Μάικλ Μουρ, ο Αμερικανός δημιουργός των γνωστών ντοκιμαντέρ, είχε προβλέψει πριν από πέντε χρόνια τη νίκη του Τραμπ επί των δεκαεφτά αντιπάλων του στις προκριματικές εκλογές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, τη στιγμή που η ήττα του θεωρούνταν βέβαιη. Ο διορατικός Μουρ λίγο αργότερα προέβλεψε και την εκλογή του μεγιστάνα ακινήτων στο τιμόνι των ΗΠΑ, παρ’ όλο που η Χίλαρι Κλίντον προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις. Αυτό συνέβη γιατί ο Αμερικανός κινηματογραφιστής -όπως σημειώνει ο Ρεζινάλντ Μπλανσέ στο βιβλίο του «Πολιτικές του ψυχαναλυτή»- ήταν εκείνος που μπόρεσε να εκτιμήσει σε ποιο βαθμό ο Ντόναλντ Τραμπ είχε γίνει ο εκπρόσωπος του θυμού, ενός θυμού στα όρια της οργής, ο οποίος είχε κυριεύσει μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος.

Ετσι ο Τράμπ έγινε -εκτός από εκφραστής του αμερικανικού λαϊκισμού- φορέας ενός κύκλου ενορμητικής απόλαυσης θεσμοθετημένου μίσους σε ένα κράτος που οικοδομήθηκε στην εξόντωση των αυτόχθονων. Κανένας δεν μπορεί, συνεπώς, να αγνοήσει τις σημασίες του φυλετικού ζητήματος, ζήτημα άρρητα συνδεδεμένο με την κουλτούρα των όπλων και κατ’ επέκταση με τον ρόλο των ένστολων στο εσωτερικό της χώρας.

Εν μέσω των βίαιων επεισοδίων που ξέσπασαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων για την ανθρωποκτονία του άοπλου Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ, ο Μάικλ Μουρ έκανε μια νέα διαπίστωση: «Η κυρίαρχη -σε κοινή θέα- εικόνα των τελευταίων ημερών αποκάλυψε μια βασική Ααήθεια: Το Μεγάλο Αμερικανικό Πείραμα είναι νεκρό. Θανατώθηκε από συλλογικές “γονατιές” της λευκής δύναμης, του λευκού προνομίου, της λευκής ιδιοκτησίας, πλούτου και μισθωτής σκλαβιάς. Είναι η Αμερική όμορφη; Δεν ήταν ποτέ. Μας έδωσε τα καπ κέικ, την ηλεκτρική οδοντόβουρτσα και τα λουριά για τα νήπια. Ολα ήταν εξ αρχής ένα ψέμα» έγραψε, επισημαίνοντας πως «στην πραγματικότητα οι Αμερικανοί ποτέ δεν μετάνιωσαν για το προπατορικό αμάρτημά τους, τη δουλεία και τη γενοκτονία, και πως ποτέ δεν έγιναν όλοι ίσοι δεδομένου πως το μέσο εισόδημα ενός λευκού νοικοκυριού φτάνει τα 171 δολάρια, ενώ το αντίστοιχο εισόδημα ενός μαύρου νοικοκυριού δεν ξεπερνά τα 17 δολάρια. H βία που ασκείται στη μαύρη κοινότητα είναι μια δίχως τέλος καθημερινή εμπειρία. Και είμαστε τυχεροί που ζούμε. Αφήστε μας να το διορθώσουμε και να ζητήσουμε συγχώρεση και λύτρωση» κατέληξε, παραθέτοντας τον δικό του «πεντάλογο», μεταξύ των οποίων μια πρόταση για την αποστρατιωτικοποίηση της αστυνομίας έτσι ώστε οι μαύροι Αμερικάνοι να πάψουν να αντιμετωπίζονται ως εχθροί.

Το κείμενο του Μουρ συνέπεσε χρονικά με την απαγόρευση κυκλοφορίας και την ανάπτυξη της εθνοφρουράς σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ -έπειτα από σχετική εντολή του Τραμπ- και με ένα συμβάν στη σκιά των διαδηλώσεων: ένας λευκός, υπέρμαχος της ανωτερότητας της λευκής φυλής, έπεσε σκόπιμα με το αυτοκίνητό του πάνω σε κόσμο που είχε οργανώσει αντιδιαδήλωση σκοτώνοντας μια νεαρή γυναίκα. Την ίδια στιγμή το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ άναβε το πράσινο φως για την άσκηση διώξεων σε βάρος του κινήματος Αντιφά ως τρομοκρατικής οργάνωσης.

Η λευκή υπεροχή των φονικών γονάτων

Ο Ντόναλντ Τράμπ ήταν άλλωστε ο πρώτος πρόεδρος που έκανε τη λευκή υπεροχή (White Supremacy) πολιτική άποψη, αφού πρώτα χρησιμοποίησε ανοιχτά τη ρητορική του λευκού εξτρεμισμού καταγγέλλοντας τον πολιτικό κόσμο και την καθεστηκυία τάξη.

Σήμερα φωτογραφίζεται με τη Βίβλο στα χέρια και αυτοαποκαλείται πρόεδρος του νόμου και της τάξης, ευελπιστώντας πως με αυτό το αφήγημα θα κερδίσει τις προσεχείς προεδρικές εκλογές. Παράλληλα συνεχίζει την πολιτική-θέαμα, κατηγορεί τους δημοκρατικούς, επινοεί εχθρούς και ενθαρρύνει εν ψυχρώ εκτελέσεις.

Τον Ιούλιο του 2016 ο Timothy Egan υπέγραφε στους New York Times ένα άρθρο με τίτλο «Make America hate again» (Ας κάνουμε την Αμερική να μισεί ξανά), ένα λογοπαίγνιο εμπνευσμένο από το «Make America Great Again» (Ας κάνουμε την Αμερική πάλι σπουδαία). Είχε περάσει τότε μόλις μισός χρόνος από την εκλογή Τραμπ. Τέσσερα χρόνια μετά ο Αμερικανός αρθρογράφος επιβεβαιώνεται πανηγυρικά. Η Αμερική μισεί και πάλι και φλέγεται ξανά. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει κανονικοποιήσει το μίσος μέσα στην αμερικανική κοινωνία, όπως και τη ρητορική της Ακρας Δεξιάς.

«Η Ιστορία θα κρίνει τους συνεργούς» σχολίασε προ ημερών ο ιστότοπος The Atlantic σε ένα σχετικό δημοσίευμα αναφερόμενος στους λόγους για τους οποίους οι «Ρεπουπλικανοί ηγέτες εγκατέλειψαν τις αξίες τους για να στηρίξουν τον ανήθικο και επικίνδυνο πρόεδρο».

Και αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Για ποιο λόγο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δέχτηκε να γίνει το όχημα που θα οδηγήσει έναν «εκπρόσωπο του θυμού» στην προεδρία και για ποιο λόγο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα αποδέχτηκε την άρση των απαγορεύσεων που ρυθμίζουν τον δημόσιο λόγο; Στο όνομα τίνος πράγματος επιτράπηκε η λεκτική υπερβολή και η ρητορική μίσους, όπου οι εχθροί είναι ταυτόσημοι των φυλετικά και εθνοτικά διαφορετικών με αποτέλεσμα να κανονικοποιείται η αστυνομική βία απέναντι στους Αφροαμερικανούς;

Η εικόνα ενός αστυνομικού να σταματά έναν Αφροαμερικανό για έλεγχο και εν συνεχεία ο τελευταίος να κείτεται νεκρός δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της θητείας του Τραμπ. Το «I can’t breathe / Δεν μπορώ να ανασάνω» έκανε πρεμιέρα το 2014, επί προεδρίας Ομπάμα, μετά τον εν ψυχρώ στραγγαλισμό του Νεοϋορκέζου Ερικ Γκάρνερ.

Είναι περιττό να μιλήσουμε για τα ανθρωποκτόνα όργανα της έννομης τάξης των ΗΠΑ. Διότι είναι αυτονόητο πως ο μέσος Αμερικανός αστυνομικός φοβάται τον μέσο Αμερικανό πολίτη που οπλοφορεί. Γι’ αυτό οφείλουμε να κοιτάξουμε πέρα από τις στολές…

Επί προεδρίας Τραμπ οι «υποτιμημένοι» blue collars -οι χειρώνακτες εργάτες, οι «αδικημένοι» της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης και της πολυπολιτισμικότητας- άρχισαν να χειροκροτούν εκ νέου τις μάχες «σώμα με σώμα» σε κάθε είδους αρένα. Είναι εκείνοι -μεταξύ άλλων- που ενθαρρύνουν τα γόνατα των ένστολων να βυθίζονται με μανία στον λαιμό ενός άοπλου Αφροαμερικανού και να του προκαλούν ασφυξία μέχρι θανάτου. Μέσω της «ενδοβολής» αφομοιώνουν δίχως επιφυλάξεις την υπακοή στην ασφαλή ομοιογένεια, ενδύοντας «φρικιαστικές σφαγές» με την έλξη της δόξας, όπως σημείωνε ο Ζορζ Μπατάιγ στην «Ψυχολογική δομή του φασισμού». Και δεν μοιάζει να έχει τελειωμό αυτός ο φαύλος κύκλος θεσμοθετημένου μίσους, οπλοκατοχής, διάπλασης των σωμάτων ασφαλείας και λευκής υπεροχής.