ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ δρ Ζωή Μπέλλα-Αρμάου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για την αποτυχία των μαθητών στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας στις πανελλαδικές εξετάσεις

Για ακόμα μια χρονιά το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας σημείωσε παταγώδη αποτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις, απογοήτευσε διδάσκοντες και μαθητές, προβλημάτισε γενικότερα την κοινή γνώμη. Τι γίνεται με τη διδασκαλία της γλώσσας μας στα σχολεία; Τόσο ανεπαρκείς είναι οι δάσκαλοι (σχολείων και φροντιστηρίων); Τόσο λάθος είναι τα σχολικά βιβλία; Τόσο μεγάλη προκατάληψη ή αυστηρότητα επικρατεί στους αξιολογητές; Τόσο πολύ η εικόνα και όλα τα ηλεκτρονικά μέσα που τα παιδιά έχουν στη διάθεσή τους τα έχει απομακρύνει από τον λόγο, γραπτό και προφορικό; Τόσο πολύ δεν διαβάζουν βιβλία; (Αλήθεια, πόσα είχαμε διαβάσει εμείς στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, πολύ περισσότερο οι γονείς μας;)

Προφανώς όλα αυτά μπορεί να ισχύουν, κατά περίπτωση. Επ’ ουδενί όμως δεν μπορούν να αιτιολογήσουν την αποτυχία της πλειονότητας των μαθητών να παρουσιάσουν ένα αξιοπρεπές γραπτό στις εξετάσεις – κάθε χρόνο! Τα γραπτά τους, σε μεγάλο ποσοστό, δεν ανταποκρίνονται στην εικόνα τους μέσα στο σχολείο – κι έχω δει στη μακρά πορεία μου μέσα στα σχολεία εκατοντάδες, μην πω χιλιάδες, τέτοιες περιπτώσεις.

Για να μη μακρηγορώ, και χωρίς άλλες περιστροφές και κοινοτοπίες, καταγρἀφω την άποψη-πρότασή μου:

Αν θέλουμε να βρούμε τη βαθιά αιτία της αποτυχίας, θα την αναζητήσουμε στο αδόκιμο, συντηρητικό, θα έλεγα και οπισθοδρομικό σύστημα διδασκαλίας, που συμπληρώνεται από το ακόμα πιο συντηρητικό, προσχηματικά δημοκρατικό και αντικειμενικό, εξόχως αναποτελεσματικό εξεταστικό σύστημα. Και εξηγούμαι:

Τα σχολικά βιβλία είναι αδύναμα για την υποστήριξη της διδασκαλίας μπροστά στις απαιτήσεις των εξετάσεων: άρθρα και αρθράκια, διαφημισούλες και εικόνες, φύρδην-μίγδην σε άπειρες σελίδες, με εμβολισμένη μια υποτυπώδη θεωρία, διανθισμένα όλα αυτά με ερωτήσεις (εύστοχες ή όχι) όπου χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.

Υλη άπειρη στην οποία ελάχιστα ανταποκρίνονται τα σχολικά βιβλία: όλος ο σύγχρονος προβληματισμός για όλα τα πολιτικά, κοινωνικά, υπαρξιακά, φιλοσοφικά κ.ά. ζητήματα που απασχολούν την παγκόσμια κοινότητα, για τα οποία ο μαθητής πρέπει να γνωρίζει αίτια και συνέπειες, και το πιο ωραίο, να προτείνει τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών (που ούτε οι κυβερνήσεις ή οι φιλόσοφοι δεν μπορούν να βρουν). Για τη συμπλήρωση του υλικού οι διδάσκοντες ανατρέχουν σε βοηθήματα του εμπορίου (λιγότερο ή περισσότερο καλά), εφημερίδες, διαδίκτυο, άλλα βιβλία – και ευτυχώς που το κάνουν.

Κλειστό και απολύτως περιοριστικό σύστημα αξιολόγησης που εγκλωβίζει σε τυποποιημένες απαντήσεις σε εντελώς προβλέψιμες ερωτήσεις. Το αποτέλεσμα: τυποποιημένα γραπτά με αναμασημένη τροφή στην καλύτερη περίπτωση, αδιάφορα, ανιαρά ή και σαχλά στη χειρότερη. Οι αξιολογητές δεν ξέρουν πώς να ξεχωρίσουν τη μία επανάληψη από την άλλη. Περιθώριο για πρωτοτυπία και προσωπική έκφραση κανένα, κι ας λένε οι οδηγίες του υπουργείου «πείτε την προσωπική σας γνώμη». Ολοι γνωρίζουν ότι δεν πρέπει (γιατί «ποιος ξέρει σε ποιον εξεταστή θα πέσει το γραπτό»!) και ακόμα: ποια προσωπική άποψη να εκφράσουν οι μαθητές σε 250-300 λέξεις; Η προσωπική γνώμη απαιτεί ελεύθερο στοχασμό, ευρεία παιδεία, τόλμη, ωριμότητα. Ποιος διατηρεί την αυταπάτη ότι αυτό μπορεί να γίνει στις απρόσωπες, ανώνυμες πανελλαδικές εξετάσεις;

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κακή πρόθεση σε όσους συντάσσουν τα αναλυτικά προγράμματα, τις οδηγίες διδασκαλίας και τα σχολικά βιβλία. Τόσα χρόνια στην εκπαίδευση (από το 1977), κι έχοντας εργαστεί σε πολύ διαφορετικές θέσεις, δεν υποστηρίζω την άποψη ότι η εξουσία θέλει τα παιδιά μας αμόρφωτα. Το πρόβλημα είναι στην αποσπασματικότητα, στη μερική γνώση και στη δειλία με την οποία γίνονται οι αλλαγές από τον κάθε υπουργό και τις επιμέρους επιτροπές (θα μπορούσα να φέρω εδώ δεκάδες παραδείγματα), ενώ θα έπρεπε να είναι απολύτως γνωστό πλέον ότι το κοστούμι πάλιωσε και δεν επιδιορθώνεται με μπαλώματα.

Εκείνο, λοιπόν, που πρέπει να αναζητήσουμε, και λαμβάνοντας υπόψη και άλλα εκπαιδευτικά συστήματα, από κοινωνίες συγγενείς προς τη δική μας, είναι μια τολμηρή αλλαγή στον τρόπο διδασκαλίας της γλώσσας και κατά συνέπεια στην αξιολόγηση.

Τι προτείνω: άμεση κατάργηση του ενός σχολικού εγχειριδίου (ούτως ή άλλως έχει αυτοκαταργηθεί). Από την Α΄ (τουλάχιστον) Λυκείου οι μαθητές συνθέτουν τον προσωπικό τους Φάκελο Γλώσσας, όπου με τη συνδρομή και τη συνεχή υποστήριξη του διδάσκοντος, συγκεντρώνουν υλικό για τρία ή τέσσερα το πολύ θέματα μέσα στη χρονιά. Δηλαδή στο τέλος του Λυκείου θα έχουν προσεγγίσει περίπου δέκα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα και περιφερειακά θα έχουν δει δεκάδες άλλα. Τα θέματα αυτά να καθορίζονται κάθε χρόνο από το υπουργείο. Οι μαθητές διαβάζουν άρθρα, συζητούν τις διαφορετικές απόψεις, αναπτύσσουν επιχειρηματολογία, καταγράφουν ελεύθερα τις απόψεις τους κ.λπ. – δεν είναι εδώ ο χώρος για λεπτομερείς διδακτικές οδηγίες. Στο τέλος κάθε χρονιάς αξιολογείται ολόκληρος ο φάκελος μαζί με την προφορική απόδοση κάθε μαθητή.

Τι γίνεται με τη Γ’ Λυκείου; Το ίδιο. Απλώς εδώ απαιτείται η μεγάλη αλλαγή: ο κάθε μαθητής παρουσιάζει τον φάκελό του (αξιολογημένο από τον καθηγητή του τμήματος) σε τριμελή επιτροπή από διδάσκοντες άλλων σχολείων. Ετσι και ο μαθητής αυτοπαρουσιάζεται έχοντας την ευκαιρία να υποστηρίξει τον φάκελό του και ο διδάσκων αξιολογείται στη δουλειά που έχει κάνει όλο τον χρόνο με τους μαθητές του.

Θα μου πείτε: αυτό αντιβαίνει στην ισχύουσα νομοθεσία κι έχει μεγάλο οικονομικό κόστος (συν τον απαιτούμενο χρόνο). Ναι, γι’ αυτό μίλησα για τολμηρή αλλαγή. Αν οι πολιτικοί παράγοντες θέλουν πραγματικά να διασώσουν τη γλώσσα και να δώσουν στους μαθητές τη δυνατότητα ανάπτυξης κριτικής σκέψης και απόκτησης ουσιαστικής παιδείας, αν θέλουν μια ουσιαστική «παραγωγή λόγου», τότε πρέπει να τολμήσουν να αναδιαρθρώσουν τη γλωσσική διδασκαλία και αξιολόγηση. Με άλλα λόγια: να απελευθερώσουν τη σκέψη, να την αφήσουν να περιπλανηθεί σε μεγάλα δοκιμιακά και λογοτεχνικά έργα (ελληνικά και ξένα), να δώσουν τη δυνατότητα στον κάθε νέο να εκφράσει με τον δικό του τρόπο την αντίδρασή του απέναντι στην κοινωνία και τα προβλήματά της, να μιλήσει για τις ελπίδες και τους φόβους του, για τα όνειρα και τις προκαταλήψεις του… Ναι, για όλα αυτά! Και τότε πράγματι θα δούμε ότι τα περισσότερα παιδιά κάτι σοβαρό έχουν να μας πουν που βγαίνει από την καρδιά τους και διαγράφει το στίγμα τους στον κόσμο. Μόνο μέσα από ένα ελεύθερο σύστημα γλωσσικής διδασκαλίας οι νέοι μπορούν να αποκτήσουν γλωσσική ταυτότητα.

Ερωτώ κλείνοντας: Ποιος τολμά να φέρει τέτοιες αλλαγές;

*Eπίτιμη σχολική σύμβουλος φιλολόγων