ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρης Στυλιανού, Ελενα Μαρούτσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, πανεπιστημιακοί, αλλά και ευρύτερα πρόσωπα του βιβλίου κοινοποιούν ημερολόγια του εγκλεισμού, ημερολόγια της πανδημίας. Πραγματικά ή επινοημένα κείμενα που αποτυπώνουν εικόνες και σκέψεις τους· στιγμές ανησυχίας, αποφόρτισης, ελπίδας και αναστοχασμού της οικείας δυστοπίας μας, του παγκόσμιου εφιάλτη που ζούμε όλοι σε ζωντανό χρόνο.

Η στήλη αυτή είναι έκτακτη. Οσο και αναγκαία. Ευελπιστούμε η διάρκειά της να είναι βραχύβια.

Σήμερα φιλοξενούμε τις εγγραφές του πανεπιστημιακού και συγγραφέα Αρη Στυλιανού και της πεζογράφου και βιβλιοκριτικού Ελενας Μαρούτσου.

Μέρες κορονοϊού

Του Αρη Στυλιανού

Επί έναν μήνα τώρα ζούμε μια αδιανόητη κατάσταση. Είμαστε καθηλωμένοι, αυτοπεριορισμένοι μέσα στα σπίτια μας. Η πανδημία του νέου κορονοϊού, ο οποίος ξεκίνησε το πένθιμο ταξίδι του από μια μακρινή επαρχία της Κίνας, απλώθηκε με γοργούς ρυθμούς σε όλο τον πλανήτη, απειλώντας την υγεία και τη ζωή μεγάλου μέρους του ανθρώπινου πληθυσμού.

Σήμερα η επιδημία έχει εγκατασταθεί για τα καλά στην Ευρώπη, και ειδικότερα στον μεσογειακό μας Νότο, με θύματα πρωτίστως την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία, όπου οι καταστροφικές συνέπειες της νόσου παίρνουν ιδιαίτερα τραγικές μορφές. Αλλά και στην Αγγλία και στην Αμερική η εξέλιξη προοιωνίζεται εκατόμβες νεκρών. Στην Ελλάδα φαίνεται προς στιγμήν τα πράγματα να βρίσκονται υπό μερικό έλεγχο, όμως κανένας δεν γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί αυτή η πρωτόγνωρη συνθήκη στο διάστημα των επόμενων εβδομάδων.

Σε τούτο έγκειται, εξάλλου, το βασικό χαρακτηριστικό της καινοφανούς απειλής: στην πλήρη αβεβαιότητα, η οποία οδηγεί στην επικράτηση του τυφλού φόβου. Ζούμε σε ρευστούς καιρούς, σε εποχές ρίσκου και διακινδύνευσης, όπως μας έχουν προειδοποιήσει εγκαίρως επιφανείς φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι. Μοιάζει όμως μόλις τώρα, εξ αίφνης, να ερχόμαστε σε επαφή με μια εξαιρετικά δυσοίωνη πραγματικότητα. Σαν να προσγειωνόμαστε απότομα σε ανώμαλο έδαφος, κινδυνεύοντας να υποστούμε ανεπανόρθωτα ή και μοιραία πλήγματα.

Πέρα από τις γελοίες, πλην όμως δημοφιλείς, θεωρίες συνωμοσίας, εν προκειμένω δεν χωρούν αστεία ούτε πειράματα: ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης αυτής της κρίσης είναι η απομόνωση, η λεγόμενη κοινωνική αποστασιοποίηση. Καθένας μόνος του και καθεμία μόνη της, για τη συλλογική προστασία, για το κοινό καλό. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε αν μας έβλεπε ο Σταγειρίτης φιλόσοφος, που πρώτος υπογράμμισε την έμφυτη κοινωνικότητα του ανθρώπινου είδους.

Ασφαλώς, υπό κανονικές συνθήκες, αυτή η πρακτική του εγκλεισμού είναι αφύσικη, αφόρητη κι απάνθρωπη. Μπορούμε ενδεχομένως να φανταστούμε αμυδρά πώς είναι η ζωή των ανθρώπων που εκτίουν ποινή φυλάκισης. Οχι, βεβαίως, στις βιωμένες σκληρές συνθήκες της, αλλά ως υπαρξιακή αίσθηση, ως συρρίκνωση του χώρου και εξαέρωση του χρόνου, ως αναίρεση οποιασδήποτε ελπίδας και μελλοντικής προοπτικής.

Κι αποδεικνύεται οικτρή πλάνη η αρχική αισιόδοξη πεποίθηση ότι στην «καραντίνα» θα κάνουμε διακοπές, θα ξεκουραστούμε, θα έχουμε άπλετο χρόνο να διαβάσουμε, να γράψουμε, να ολοκληρώσουμε όλα όσα από καιρό είχαν μείνει σε εκκρεμότητα. Ο χρόνος ανεξήγητα κατακερματίζεται, οι δυνάμεις μας σταδιακά φθίνουν, το σώμα μας δυσκολεύεται, ο ψυχισμός μας δοκιμάζεται. Απαιτείται δυσανάλογα μεγάλη προσπάθεια και αυτοσυγκέντρωση για την επίτευξη πενιχρών αποτελεσμάτων. Σαν να έχει χαθεί ο ρυθμός, σαν να έχουμε αποσυντονιστεί.

Αυτές τις μέρες του κορονοϊού, μου έχει κολλήσει στο μυαλό ο Καρυωτάκης: Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις, χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε. Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις. Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε. Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε.


Ο Α. Στυλιανού είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ. Τελευταίο του βιβλίο είναι «Ο Σπινόζα και η Δημοκρατία» (Πόλις, 2016).

Τρέχω μη μου αρπάξει ο κιμάς

Της Ελενας Μαρούτσου

Δευτέρα

Ξεκρέμασα τις κουρτίνες για να τις πλύνω. Στρίμωξα μία στο πλυντήριο. Το στόμα του δεν τη χωρούσε. Χρειάστηκε να το μπουκώσω σαν παιδί που δεν θέλει να φάει το φαΐ του. Πώς τα κατάφερνες τόσα χρόνια εσύ; Πώς τάιζες το πλυντήριο; Πώς τάιζες τα παιδιά;

Τρίτη

Το σαλόνι χωρίς τις κουρτίνες έχει κάτι ανέμελα ξεδιάντροπο. Εκτεθειμένο. Τι θα λέει η κοπέλα που βγήκε τώρα στο απέναντι μπαλκόνι; Δεν μπορώ πια να κρυφτώ. Το σαλόνι είναι η σκηνή του μοναχικού μου εγκλεισμού. Χωρίς αυλαία. Μα τι κάνει; Χειροκροτεί; Υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που επικροτεί τη βαρετή παράσταση της αιχμαλωσίας μου; Πλησιάζω τη μύτη μου στην τζαμαρία. Είναι κι άλλοι που χειροκροτούν.

Τετάρτη

Μαγείρεψα σουπιές με το μελάνι τους. Τις βρήκα στη λαϊκή το πρωί. Είχα φορέσει τα γαλάζια πλαστικά γάντια και τη μάσκα και θυμήθηκα τότε που μάθαινα τα παιδιά κολύμπι. Φορούσα τη μάσκα ανάποδα, έβαζα στα χέρια τα βατραχοπέδιλα κι αυτά έσκαγαν στα γέλια. «Ολα λάθος τα κάνεις, μπαμπά!». Ολα λάθος τα έκανα. Και οι κουρτίνες μπήκαν στο πλύσιμο. Οπως μασάω τις σουπιές κριτσανίζει στο στόμα μου η άμμος. Καταπίνω τις αναμνήσεις μου. Φτύνω μαύρο σάλιο.

Πέμπτη

Το παράθυρο της κουζίνας βλέπει στον ακάλυπτο. Μια χαλασμένη λάμπα αναβοσβήνει στο σκοτάδι μεταδίδοντας ένα δυσανάγνωστο μήνυμα. Είδα στον ύπνο μου τη φράση ΑΓΕΛΗ ΑΝΟΣΙΑΣ, κόκκινη φωτεινή επιγραφή σε μαγαζί όπου οι κούκλες βιτρίνας φορούσαν φίμωτρο. Ξύπνησα ιδρωμένος και βγήκα στη βεράντα για τσιγάρο. Σε ένα αντικρινό μπαλκόνι, λίγο πιο χαμηλά από τον δικό μου όροφο, κοιμόταν ένα παιδί. Φορούσε μια γαλαζωπή νοσοκομειακή μάσκα στα μάτια. Το χέρι του κρεμόταν απ’ τα κάγκελα όπως όταν γέρνουμε απ’ τη βάρκα για ν’ αγγίξουμε τη θάλασσα.

Παρασκευή

Για να γυμναστώ περπατάω γοργά από το σαλόνι ώς το υπνοδωμάτιο μπρος-πίσω σαν ταξιδιώτης σε κυλιόμενο διάδρομο, χωρίς βαλίτσα, χωρίς εισιτήριο, χωρίς σαφή προορισμό. Στο γαμήλιο ταξίδι μας είχαμε πάει στη Ρώμη. Τώρα βλέπω στην τηλεόραση τις έρημες, στοιχειωμένες πλατείες σαν πίνακες του Ντε Κίρικο. Σκέφτομαι το σώμα σου: λευκό, μεγαλοπρεπές και απρόσιτο, ίδιο άγαλμα.

Σάββατο

Αυτό το Σαββατοκύριακο είναι η σειρά μου να κρατήσω τα παιδιά. Κρέμασα τις κουρτίνες, καθαρές και κοντές, σαν παντελόνι φτωχού. Περιμένω φτιάχνοντας κιμά, θρυμματίζοντάς τον με την ξύλινη κουτάλα στην κατσαρόλα για να διώξει το αίμα, να ξανθύνει. Διάβασα στο διαδίκτυο ένα άρθρο με τίτλο «50 παιχνίδια για να παίξετε με τα παιδιά σας στο σπίτι», αν και ξέρω καλά ότι θα δούμε τάμπλετ μέχρι τελικής πτώσεως. Βγαίνω στη βεράντα ανυπομονώντας να τα δω να βγαίνουν από το αμάξι σου. Απέναντί μου μια κοπέλα ανοίγει την μπαλκονόπορτα. Ενας άντρας την αγκαλιάζει από πίσω φωνάζοντας ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ και την τραβάει γελώντας μέσα. Τρέχω μη μου αρπάξει ο κιμάς.


Τελευταίο βιβλίο της Ελ. Μαρούτσου είναι το μυθιστόρημα «Θηριόμορφοι» (Πόλις, 2020).