Μένιος Καραγιάννης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αλλάζει ο άνθρωπος;» Είναι ένα μεγάλο ερώτημα, πάντα επίκαιρο σε περιόδους κρίσης, είτε η κρίση αφορά τη σχέση με τον εαυτό μας, είτε αφορά τη σχέση μας με κάποιον άλλο ή με το κοινωνικό σύνολο. Πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει κάποιος όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται και γίνονται δυσάρεστες, πιεστικές ή επικίνδυνες; Μπορεί ο άνθρωπος να αλλάξει όταν η ύπαρξή του απειλείται, ή μήπως γίνεται απλώς πιο ευάλωτος στη χειραγώγηση; Είναι, για παράδειγμα, μια πανδημία ικανή να αλλάξει τον τρόπο σκέψης ή συμπεριφοράς;

Μια εύκολη απάντηση είναι ότι όλα αλλάζουν όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν μεγάλο κίνδυνο, έναν κίνδυνο που απειλεί τη ζωή μας. Αλλά, αλλάζει ουσιαστικά κάτι;

Η κατάσταση που ζούμε αυτόν τον καιρό, αντιμέτωποι με την απειλή του κορονοϊού, δείχνει να μεταβάλει σχέσεις, συνήθειες και προβληματισμούς. Αν όμως την εξετάσουμε προσεκτικά, τίποτα δεν αλλάζει. Και αυτό είναι ίσως πιο τρομακτικό από τον ιό. Ακόμη δηλαδή και όταν απειλείται η ζωή μας, η στάση μας απέναντι στα θεμελιώδη ζητήματα παραμένει ακλόνητη. Κι όχι μόνο μένει ακλόνητη, αλλά παγιώνεται, και συχνά ισχυροποιείται. Και αυτό ισχύει τόσο στις διαπροσωπικές σχέσεις, όσο και στις σχέσεις μεταξύ ομάδων πολιτών, καθώς και στις σχέσεις πολίτη κράτους.

Αντιμέτωποι με μια μεγάλη απειλή, θα υπέθετε κανείς ότι το πιο σημαντικό είναι η σύνεση, η κατανόηση και η συνεργασία. Κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορεί να μας χωρίζουν οι πεποιθήσεις μας, είτε αυτές είναι προσωπικές, είτε πολιτικές ή θρησκευτικές. Πρόκειται για επιβίωση. Και όχι μόνο της φυσικής μας υπόστασης, αλλά και της αξιοπρέπειάς μας. Αυτό που οφείλει να προέχει, σε αυτό που οφείλουμε να δώσουμε προτεραιότητα, είναι η κοινωνική συνοχή, η εμπιστοσύνη και η συναίσθηση της αλληλεπίδρασης. Να εστιάσουμε στο ελάχιστο κοινό συμφέρον, που τελικά είναι μέγιστο, γιατί μας αφορά όλους.

Αυτό που παρατηρείται όμως, είναι το ακριβώς αντίθετο. Το μόνο που δυναμώνει είναι οι αντιθέσεις μας. Κι αυτό γίνεται άμεσα διακριτό στις κεντρικές δομές της κοινωνίας. Από την πρώτη στιγμή, όταν ο κορονοϊός μπήκε στη ζωή μας και έπρεπε να προστατευτούμε από έναν «αόρατο εχθρό», ήρθαμε αντιμέτωποι με τη θρησκεία και κατά πόσο ο πιστός είναι άτρωτος, άρα μπορεί να πηγαίνει στην εκκλησία, να λαμβάνει θεία κοινωνία, να συνυπάρχει με τους άλλους πιστούς. Ο θεσμός της εκκλησίας υπερασπίστηκε το δικό του «δικαίωμα» να μην αλλάξει τίποτα, και οι οπαδοί του το ασπάστηκαν και το υπερασπίστηκαν. Ένας δηλαδή ήδη βασικός κοινωνικός διαχωρισμός ισχυροποιήθηκε. Μια κοινωνική ομάδα διατήρησε τις πεποιθήσεις της και ταμπουρώθηκε πίσω από τις ιδέες της.

Στη συνέχεια ήρθαν στην επιφάνεια οι πολιτικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις, το πολιτικό συμφέρον. Αυτό που κυριαρχεί είναι το πώς μια παράταξη μπορεί να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για να αποδείξει ότι έχει μεγαλύτερο δίκιο, ότι πάντα έχει και είχε την πιο σωστή άποψη, την πιο σωστή πολιτική, χαρακτηρίζοντας τους αντιπάλους της ανίκανους ή και προδότες.

Ένα δεύτερο κοινωνικό χάσμα έρχεται να θέσει διαφορετικές κοινωνικές ομάδες σε αντιπαράθεση. Οι πολίτες, θύματα της ιδεολογικής σύγχυσης, με ασαφή και κατευθυνόμενη ενημέρωση, συνηθισμένοι να φροντίζουν το ατομικό τους συμφέρον και την ατομική τους επιβίωση, δέχονται μια υπερβολική δόση φόβου, που θολώνει επιπλέον την οπτική τους και περιορίζει τη δυνατότητά τους να σκεφτούν κριτικά και νηφάλια.

Και εκεί, τη στιγμή ακριβώς που η κοινωνία χρειάζεται ανοιχτό διάλογο, θεωρείται αναγκαίο να παρέμβει το κράτος, η επίσημη πολιτεία, η κυβέρνηση. Η οποία πρέπει να σταθεί πάνω από την ευθύνη των πολιτών και να επιβάλει μέτρα. Άρα, ήδη, μια μεγάλη ευκαιρία χάνεται. Από τη στιγμή που αναθέτεις σε κάποια αρχή να σου πει τι είναι σωστό, το παιχνίδι της βαθιάς και ουσιαστικής κατανόησης χάνεται.

Πρέπει, πλέον, να υπακούμε στους ειδικούς και σε αυτούς που έχουν στα χέρια τους την εξουσία. Κάθε απόγευμα, οι εκπρόσωπου του κράτους μας ενημερώνουν για τις εξελίξεις του φονικού ιού και μας παραθέτουν, μας επιβάλουν το πλαίσιο των ελευθεριών μας, τι δηλαδή  μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κάνουμε. Υποτίθεται για το δικό μας καλό, και για το καλό του συνόλου, το οποίο δεν είναι διακριτό από τους πολίτες, και ως εκ τούτου πρέπει να επιβληθεί. Ο πολίτης είναι ανεύθυνος, είναι ανόητος, είναι επικίνδυνος.

Σε αυτό το σημείο αρχίζει να βαθαίνει το πρόβλημα, και αρχίζει η συσκότιση, που καταλήγει σε συλλογική τύφλωση. Ο πολίτης χάνει ξαφνικά τη δυνατότητά του να σκέφτεται, να πράττει ελεύθερα, να κάνει λάθη, να συνομιλεί, να συναποφασίζει. Το μόνο ερώτημα που θέτει είναι τι επιτρέπεται, «τι μας αφήνουν να κάνουμε».

Ο πολίτης είναι κατηγορούμενος, δυνητικά επικίνδυνος και ως εκ τούτου υπό επιτήρηση. Το κράτος τιμωρός βρίσκει ξανά τον γνωστό του ρόλο, και μάλιστα τον ενισχύει. Θέτει ένα αυστηρό πλαίσιο καθημερινότητας, με στόχο, όπως ισχυρίζεται, να προστατεύσει την μεγάλη πλειοψηφία από την ανοησία ή απερισκεψία ή αδιαφορία μιας μειονότητας πολιτών που δεν προσέχει αρκετά και θέτει σε κίνδυνο τους υπολοίπους.

Το ερώτημα όμως είναι εάν πράγματι προστατεύει, ή εάν ακυρώνει με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα των ανθρώπων να ρυθμίζουν τις σχέσεις τους με τους συνανθρώπους τους, αλλά και τη σχέση τους με την ασθένεια και με τον ίδιο τον θάνατο.

Είναι πράγματι το ζητούμενο, σε μια τόσο κρίσιμη κοινωνική καμπή, το κράτος να επιβάλει ποινές στους πολίτες που δεν συμμορφώνονται; Μήπως οι συμπολίτες μας που δεν συμμορφώνονται δεν κατανόησαν σωστά την σοβαρότητα; Μήπως έχουν μια διαφορετική άποψη που πρέπει να ακουστεί; Μήπως τα πράγματα δεν είναι τόσο σοβαρά όσο μας παρουσιάζονται; Μήπως η κοινωνία στο σύνολό της έχει το δικαίωμα να αποφασίζει πόσο θα ζήσει και πόσο θα πεθάνει; Μήπως είναι ακριβώς αυτό που οφείλουμε να δούμε, δηλαδή ότι το να παραμείνει ζωντανή μια κοινωνία, το να προστατεύσει τις ελευθερίες της, να αναπτύξει τον διάλογο, να ρυθμίσει τα λάθη της συνειδητοποιώντας και όχι από φόβο τιμωρίας, είναι πιο σημαντικά από οτιδήποτε άλλο;

Τι είναι άραγε πιο τρομακτικό; Η απειλή ενός ιού, ή μια κοινωνία που ζει μαντρωμένη στα σπίτια της, πέρα από τις αντοχές της ή την κατανόησή της, καρφωμένη μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης να περιμένει εντολές; Υπάρχει κάτι πιο ολοκληρωτικό; Πολίτες τρομαγμένοι, με τους δημοσιογράφους να πυροδοτούν τον φόβο τους με εικόνες αποκάλυψης και την τρομοκρατία των αριθμών, εκπρόσωποι της κυβέρνησης να αναγγέλλουν νέα μέτρα, πιο περιοριστικά, να μας μαλώνουν που δεν πειθαρχούμε αρκετά, να βάζουν πρόστιμα, να τιμωρούν, να ανταμείβουν.

Είναι καιρός να αναρωτηθούμε τι σημαίνει αληθινή ενημέρωση. Κάτω από τόσο κρίσιμες καταστάσεις, είναι άκρως προσβλητικό το γεγονός ότι οι ειδήσεις μεταφέρονται με μουσική υπόκρουση, άλλοτε δραματική, άλλοτε συναισθηματική κι άλλοτε απειλητική. Είναι εξωφρενικό να δεχόμαστε αναντίρρητα αυτή την προσβολή στη διανοητική και αισθητική μας αντίληψη. Και είναι εξίσου εξωφρενικό οι δημοσιογράφοι, ως επαγγελματίες που σέβονται το έργο τους, να δέχονται και να υποστηρίζουν αυτή την πρακτική. Το να μεταφέρεις ειδήσεις είναι ιερό έργο. Η είδηση οφείλει να είναι αληθής, διασταυρωμένη, πολυδιάστατη, και πάνω απ’ όλα καθαρή από τις προσωπικές προτιμήσεις ή εκτιμήσεις του δημοσιογράφου.

Είναι αδιανόητο σε μια ενημέρωση που προσφέρεται ως έγκυρη, η είδηση να παρουσιάζεται έντονα χρωματισμένη ιδεολογικά, και μάλιστα με μουσική επένδυση! Παύει αυτομάτως να είναι είδηση, και γίνεται προπαγάνδα. Ακόμα και αν περιγράφει την δύσκολη κατάσταση ενός άστεγου, ή μιας νοσοκόμας που δουλεύει υπερωρίες, ή ενός ανθρώπου που έχασε τη ζωή του. Το ύφος της φωνής του δημοσιογράφου, τα πλάνα του εικονολήπτη και η μουσική υπόκρουση, μετατρέπουν την είδηση σε όργανο ψυχολογικής και κοινωνικής χειραγώγησης. Η είδηση υποβιβάζεται σε μέσο επιρροής, εκφοβισμού, ψυχαγωγίας. Ή, από άλλη άποψη, αναβαθμίζεται σε όπλο. Παύει πάντως να είναι είδηση. Και εκεί, καλούμαστε όλοι να είμαστε καχύποπτοι ως προς τη σκοπιμότητα των ειδήσεων. Καλούμαστε να ακούμε και να διαβάζουμε πίσω από την είδηση. Να βλέπουμε πίσω από την ένδυση των γεγονότων.

Εν μέσω, λοιπόν, μιας ιδιαίτερα εκτεταμένης σύγχυσης και απειλής, τι είναι, εντέλει, αυτό που διακυβεύεται; Τι καλούμαστε να δούμε, αντιμέτωποι με μια απειλή που δεν κάνει διακρίσεις; Αλλάζει κάτι, ή ζούμε μια νέα εκδοχή του παλιού; Είμαστε σε θέση να θέσουμε καινούργια ερωτήματα, να αμφισβητήσουμε τα δεδομένα μας, να ανατρέψουμε την οπτική μας; Ή απλώς ταμπουρωνόμαστε πίσω από τις δικές μας στέρεες, δοκιμασμένες και ακλόνητες πεποιθήσεις, οι οποίες ποτέ δεν βοήθησαν αλλά τις υπηρετούμε υπάκουα;

Μήπως κάθε ευκαιρία που μας δίνεται είναι μια μοναδική ευκαιρία για προσωπική και κοινωνική ενδοσκόπηση; Μήπως ένας φονικός ιός, υπαρκτός ή φανταστικός, με μια μόνο κίνηση, αφαιρεί όλα αυτά που μας χωρίζουν και μας εκθέτει στην βασική αλήθεια ότι τίποτα δεν μας χωρίζει; Μήπως έχουμε φτάσει στο σημείο που η υποκρισία είναι τόσο φανερή, που οφείλουμε να την αντικαταστήσουμε με τη διαύγεια; Μήπως η εξουσία είναι πάντα αυταρχική και περιοριστική, και οφείλουμε να δούμε το μέγεθος της προσωπικής μας ευθύνης, αλλά και της προσωπικής μας ελευθερίας; Μήπως, αντί να μυξοκλαίμε και να τρομάζουμε μπροστά στην τηλεόραση, να βγούμε και να συνομιλήσουμε, να συλλογιστούμε, να πάμε μια βόλτα, να υποδεχθούμε την άνοιξη, να κατανοήσουμε αυτό το μεγάλο συμβάν, να αντιληφθούμε τις ανατροπές που μας χαρίζει η ζωή για να ταρακουνήσουμε, αν το θελήσουμε, τα θεμέλια των συνηθειών μας και του τρόπου που σκεφτόμαστε;

Μήπως, ακόμα κι αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, τουλάχιστον να τον αμφισβητήσουμε;

* Σκηνοθέτης και συγγραφέας