Στις 15/2/2020 παρακολουθήσαμε στο ΚΠΙΣΝ την παγκόσμια πρεμιέρα της αποκατεστημένης κινηματογραφικής ταινίας του Δημήτρη Γαζιάδη «Οι απάχηδες των Αθηνών» (1930), βασισμένης στην ομώνυμη οπερέτα των Νίκου Χατζηαποστόλου και Γιάννη Πρινέα. Γραμμένο από τον Πρινέα το σενάριό της διαφοροποιείται αρκετά από τη δημοφιλή οπερέτα, εστιάζοντας σε μια πιο απλοποιημένη εκδοχή της ιστορίας, στα καθιερωμένα πρότυπα κινηματογραφικών ρομάντζων του Μεσοπολέμου.
Οπως και άλλες ταινίες του πρώιμου ελληνικού κινηματογράφου, θεωρούνταν χαμένη ώσπου πρόσφατα εντοπίστηκε φθαρμένη κόπια της στη Γαλλική Ταινιοθήκη στη Βρετάνη. Ακολούθως, με μεσολάβηση του Γαβρά και συνέργεια μεταξύ Ταινιοθήκης της Ελλάδος, Γαλλικής Ταινιοθήκης και ΕΛΣ, η οποία χρηματοδοτήθηκε γενναιόδωρα με δωρεά 121.000 € από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, έγινε πλήρης ψηφιακή αποκατάσταση σε εξειδικευμένο ιταλικό εργαστήριο.
Το κενό από το οριστικά χαμένο ηχητικό μέρος της πρώτης «άδουσας και ηχητικής» ταινίας του ελληνικού κινηματογράφου αναπλήρωσαν οι έμπειροι Γιάννης Σαμπροβαλάκης και Γιάννης Τσελίκας του Κέντρου Ελληνικής Μουσικής, ανασυνθέτοντας ένα soundtrack ορχηστρικής μουσικής και τραγουδιών βασισμένο στην οπερέτα του Χατζηαποστόλου.
Για τις σκηνές χορού στον κήπο του Παραλή ο Μηνάς Αλεξιάδης πρόσθεσε εύστοχα μεσοπολεμικές ηχογραφήσεις τζαζ. Στην προβολή στο ΚΠΙΣΝ τη μουσική έπαιξε ζωντανά η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ υπό τον Αναστάσιο Συμεωνίδη. Στους κινηματογραφικούς πρωταγωνιστές δάνεισαν τις φωνές τους οι Αννα Στυλιανάκη (Βέρα/Στέλλα Χριστοφορίδου), Μιράντα Μακρυνιώτη (Τιτίκα/Μαίρη Σαγιάνου) και Χρήστος Κεχρής (Πρίγκιπας/Πέτρος Επιτροπάκης).
Η ταινία υπήρξε γοητευτική στην κατά σύμβασιν αθωότητά της, αισθητικά απολαυστική στο εικαστικό και αφηγηματικό της φινίρισμα, πολλαπλά ενδιαφέρουσα στις αιχμές επίκαιρου ταξικού σχολιασμού της.
Η λαμπερή παρουσία του 35χρονου Επιτροπάκη με ποιότητες διεθνούς κινηματογραφικού αστέρα, η συνεκτική δραματουργία, το εύστοχο κάστινγκ, η παρουσία του ίδιου του Πρινέα ως Καρούμπα, οι εικόνες της αληθινής Αθήνας του ’30 (Πλάκα, Αναφιώτικα, Βασιλικός Κήπος, Σταδίου, Ομόνοια), τα πικάντικα ανεκδοτολογικά επεισόδια, η θεατρικά υπογραμμισμένη διαφοροποίηση των κοινωνικών τάξεων, η εκφραστική γλώσσα του βωβού, όλα αυτά συγκροτούν για τον σημερινό θεατή ένα συναρπαστικό overdose πληροφορίας, εντυπώσεων και συγκινήσεων.
Σημειωτέον ότι στην οθόνη παρελαύνουν και άλλοι αστέρες του μουσικού/θεατρικού χώρου της εποχής: η Ολγα («Ρεβέκκα») Βαλτετσιώτη του ελληνικού μελοδράματος και πρώτη «Περουζέ» (Νεόπλουτη), η Μαρία Μαντινειού (Αρετούσα), ο Αγγελος Χρυσομάλλης (Συμβολαιογράφος) κ.ά.
Η ζωντανή μουσική ταίριαξε αβίαστα στην κινηματογραφική αφήγηση αλλά αστόχησε η τοποθέτηση των μονωδών στην τάφρο της ορχήστρας. Η ταινία θα προβληθεί στην ελληνική τηλεόραση και σε φεστιβάλ του εξωτερικού με ενσωματωμένη τη νέα ηχητική μπάντα. Ετσι, χάρη σε διευρωπαϊκή σύμπραξη, ένα πολύτιμο, πολυσήμαντο μνημείο της συνάντησης του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού με τον μοντερνισμό επανεντάσσεται στη συλλογική μνήμη.
