Η αλήθεια είναι ότι παρότι δεν τα πάω καλά με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε τα αγνοώ ούτε τα υποτιμώ. Εχοντας, λόγω ηλικίας, ζωντανές τις εικόνες ανθρώπων που μόλις ζέσταινε ο καιρός κάθονταν έξω από τα σπίτια τους κουτσομπολεύοντας, νιώθω ότι αυτές οι ψηφιακές πλατφόρμες, χωρίς τους φραγμούς της απόστασης, άπλωσαν τις γειτονιές και τους δρόμους ώς τα πέρατα του κόσμου, διαμορφώνοντας μια παγκόσμια εικονική εκκλησία του δήμου, όπου ο καθένας μπορεί να επαινέσει, να αποδοκιμάσει, να κραυγάσει, ακόμα και να εξοστρακίσει.
Οι ύβρεις, τα σχόλια, οι επιδοκιμασίες, τα ορθογραφικά λάθη και οι σημαδούρες των συναισθημάτων αποδοχής ή αποδοκιμασίας που χρησιμοποιούν αλλά και η δημοφιλία των κειμένων μοιάζουν με δημοσκοπήσεις. Η διαφορά τους με τις άλλες, των δημοσκόπων, εστιάζεται στην ειλικρίνεια. Στις δημοσκοπήσεις των «likes», η απόσταση και οι ανωνυμία επιτρέπουν στους «συμμετέχοντες» να… αποκαλύπτονται, καθώς λέξεις και σχόλια αναδεικνύουν κρυμμένες στα τρίσβαθα της ψυχής και του μυαλού τους πτυχές της προσωπικότητάς τους.
Από τότε που ξεκίνησε η τραγωδία του κορονοϊού, θα περίμενε κανείς ότι ο τρόμος για τον θάνατο και το ζοφερό μέλλον θα επηρέαζε τον τρόπο που σκέπτονται και εκφράζονται οι άνθρωποι. Θα γίνονταν πιο ευγενείς, πιο ευπροσήγοροι, πιο διαλλακτικοί, πιο ανεκτικοί. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, ο «τύπος με το δρεπάνι» σε κάνει να αναθεωρείς, να αναλογίζεσαι λάθη και ευκαιρίες που χάθηκαν και να κάνεις ό,τι περνά από το χέρι σου για να γίνει ο μικρόκοσμός σου πιο φιλικός και ο κόσμος πιο ανθρώπινος.
Πλανήθηκα. Ανθρωποι του διπλανού μπαλκονιού που χειροκροτούσαν δίπλα δίπλα με θέρμη γιατρούς και νοσηλευτές, όταν επέστρεφαν στο σαλόνι και στην ανωνυμία του υπολογιστή τους, εξακολούθησαν να κατακεραυνώνουν με ακραίο και ενίοτε υβριστικό λόγο οιονδήποτε διαφωνούσε, ακόμα και τον άνθρωπο που λίγα λεπτά νωρίτερα χειροκροτούσαν αντάμα.
Η αλήθεια είναι ότι συμπεριφορές σαν και αυτές είναι πολύ συνηθισμένες στην ανθρώπινη ιστορία, καθώς σε ακραίες καταστάσεις «απελευθερώνονται» μεγαλειώδεις αρετές και σκοτεινά πάθη. Και για εμάς που δεν γνωρίσαμε τη φρίκη του πολέμου, η απαγόρευση της κυκλοφορίας και η καθημερινή ανακοίνωση του αριθμού των θυμάτων, λες και είναι ανακοινώσεις απωλειών σε καιρό πολέμου, είναι μια πρωτόγνωρη ακραία κατάσταση. Ομως σήμερα κάθε ύβρις, ειρωνεία και απαξίωση λειτουργούν σαν σφυριά στο τείχος που μας προφυλάσσει από το ζοφερό μέλλον που σχεδιάζουν οι ελίτ.
Οι δημόσιες δηλώσεις αλλά και τα μέτρα που ανακοινώνονται παρέχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι ελίτ προετοιμάζουν το έδαφος για να οδηγήσουν τους πολλούς σε έναν σκοτεινό ψηφιακό μεσαίωνα, όπου η αστυνόμευση θα επικεντρώνεται στη σκέψη και στην έκφραση και η διαφωνία θα θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα.
Ολες οι πολιτικές αποσκοπούν στην κορύφωση της ισχύος του 1% και στην αποδυνάμωση των υπολοίπων. Ενώ οι ελίτ παραμένουν ανέγγιχτες, εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι απειλούνται με απολύσεις, με μειώσεις μισθών και με υποβάθμιση της εργασίας τους, ακόμα και με θάνατο.
Το είδαμε στη Μεγάλη Βρετανία με τις πιρουέτες του Τζόνσον. Το αντιληφθήκαμε με τις πολιτικές του Τραμπ. Το νιώθουμε με τις επιλογές της Ε.Ε., της Μέρκελ και του Μακρόν, που προσπαθούν να ισορροπήσουν το πολιτικό κόστος με την μελλοντική ισχύ.
Ολοι έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο δημόσιο σύστημα υγείας αλλά κανείς δεν μιλά για το τι θα κάνουν γι’ αυτό μόλις καταλαγιάσει ο «ξαφνικός έρωτας». Επιβάλλουν περικοπές αλλά αφήνουν ανέγγιχτους τους κερδοσκόπους. Αναφέρονται στην ανάγκη να μείνει η οικονομία όρθια αλλά κανείς δεν μιλά για το πώς θα κατανεμηθεί το κόστος, θεωρώντας προφανώς ότι κάποιοι είναι πιο ίσοι από κάποιους άλλους. Επικαλούνται τις δυνατότητες της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης αλλά δεν αποκαλύπτουν πώς θα αξιοποιηθούν τα data όταν περάσει η κρίση…
«Καινοτομία» αυτής της κρίσης είναι ότι οι πολιτικές ελίτ επιχειρούν με πρωτόγνωρη αναλγησία και απροκάλυπτο κυνισμό να επιβάλουν την πολιτική των Αναλώσιμων. Των ανθρώπων δηλαδή που θα θυσιαστούν στον βωμό της επιβίωσης του συστήματος. Υπερηλίκων για να επιβιώσει το σύστημα υγείας. Εργαζομένων για να επιβιώσει η ιδιωτική οικονομία. Κοινωνικά «εκτοπισμένων» για να διατηρηθεί η δημοσιονομική ευστάθεια.
Με επιχείρημα την αδυναμία διαχείρισης, έχει ξεκινήσει η διαλογή αυτών που θα ζήσουν και εκείνων που θα πεθάνουν. Κριτήριο, η συνεισφορά στην οικονομία.
Οι πολιτικές ελίτ αναφέρονται στους καταδικασμένους, με τη θλίψη να καθρεφτίζεται στο πρόσωπό τους. Είναι υποκριτές. Αυτοί επέλεξαν στο πλαίσιο της δημοσιονομικής ευστάθειας του γερμανικής εμπνεύσεως Συμφώνου Σταθερότητας να αφήσουν το σύστημα υγείας ισχνό και ευάλωτο. Θα μπορούσαν να αγνοήσουν και να ανατρέψουν τις γερμανικές εντολές για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αλλά δεν το έκαναν και τώρα, αντί να πάρουν την ευθύνη της επιλογής τους, παριστάνουν τους συμπάσχοντες.
Χαρακτηρίζουν ήρωες όσους είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται και να εκθέτουν το εαυτό τους και τις οικογένειές τους στον θανατηφόρο ιό. Είναι ψεύτες. Αυτοί αποφάσισαν να φορτώσουν το κόστος στους πολλούς, θυσιάζοντας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων, αντί να στείλουν τον λογαριασμό στο 1% και στους υπηρέτες του. Αν είχαν τσίπα κοινωνικής ευαισθησίας, θα μπορούσαν να αυξήσουν τη φορολογία των χρηματιστηριακών συναλλαγών και των αγορών χρήματος. Επέλεξαν να μην το κάνουν.
Αλλά υπάρχουν και οι αόρατοι Αναλώσιμοι. Οι άστεγοι, οι πρόσφυγες, οι παράνομοι μετανάστες, οι εξαρτημένοι, οι άποροι, οι εκτοπισμένοι στο περιθώριο της κοινωνίας… Ανθρωποι χωρίς φωνή που οι πολιτικές ηγεσίες τους έκαναν αόρατους στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της ανάταξης της οικονομίας και επομένως εύκολα Αναλώσιμους.
Σήμερα, εξίσου σημαντική με τη μάχη της επιβίωσης είναι και η προσπάθεια να παραμείνουν άθικτες οι κοινωνικές γέφυρες -και αν είναι εφικτό- να χτιστούν και άλλες. Κάθε ύβρις και κάθε έκφραση απαξίωσης και μίσους, σαν κι αυτές από τις οποίες βρίθουν τα ψηφιακά καφενεία, αδυνατίζουν την προσπάθεια να αποτραπούν τα σχέδια όσων επιβουλεύονται τις ζωές και το μέλλον μας.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
