ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συνηθίζουμε να εκλαμβάνουμε το θέατρο ως μορφή και έκφραση της δημοκρατίας, προφανώς γιατί η γέννηση του δυτικού κυρίως τύπου του συνδέθηκε εξ αρχής με την άνοδο του συγκεκριμένου πολιτειακού συστήματος στην αρχαία Ελλάδα, κυρίως διότι βλέπουμε στο θέατρο μια επιτομή της συλλογικής δημόσιας συζήτησης που θεωρούμε αναπόσπαστο μέρος του δημοκρατικού διαλόγου. Παραβλέπουμε έτσι πως το θέατρο μεγάλωσε και ευδοκίμησε σε εποχές ή συστήματα που κάθε άλλο παρά δημοκρατικά ήταν, πως αναπτύχθηκε σε χώρους που αντανακλούσαν εν πολλοίς κοινωνικές και ταξικές διαστρωματώσεις, πως στο μεγαλύτερο μέρος του τάχθηκε με, αν δεν υπηρέτησε κιόλας, εξουσίες και συμφέροντα μακριά από το καλλιτεχνικό, δημοκρατικό και διδακτικό ιδεώδες. Η αλήθεια είναι πως το θέατρο ανάμεσα στα πολλά άλλα στοιχεία του περιλαμβάνει και αυτό που στις αδρές γραμμές του περιγράφεται σαν μάζωξη πολλών και σε συγκεκριμένους χώρους προκειμένου να επηρεαστούν από τους λίγους που έχουν απέναντί τους –αυτό σημαίνει «πολιτική». Το αρχαίο αμφιθέατρο δεν ήταν μόνο χώρος θεατρικών εκδηλώσεων, αλλά και ένας καλός χώρος για να επικεντρωθεί το κοινό βλέμμα στο ένα και μόνο γεγονός που διαρκεί για όσο διαρκεί η εκδήλωση. Το ίδιο και κάθε θεατρικός έκτοτε χώρος: είναι έτσι διαμορφωμένος ώστε να λειτουργεί ως ένα βαθμό «πολιτικά» για το κοινό του.

Αυτό το στοιχείο υπήρχε πάντα στο θέατρο, ακόμα και αν εκείνοι που το συνειδητοποίησαν πρώτοι ενοχλούνταν περισσότερο με αυτό. Κάπως έτσι άλλωστε το θέατρο έφτασε κάποτε και στον Μπρεχτ: πρώτον, μέσω της διαπίστωσης της παρεμβατικής ικανότητας του θεάτρου, έπειτα μέσω της καταγγελίας πως στους αιώνες της ιστορίας του η ικανότητά του αυτή υπηρετούσε τη μαζική ύπνωση τροφοδοτώντας με υπνοβάτες το σύστημα. Να απελευθερώσουμε το θέατρο λοιπόν από τον αφέντη του; Σωστά. Μόνο που, όπως αποδείχτηκε στην πράξη, η απελευθέρωση του τζίνι από το λυχνάρι γρήγορα το έθεσε στην υπηρεσία κάποιου νέου αφέντη.

Μα είναι αυτός λοιπόν ο σκοπός του θεάτρου; Μπορεί να είναι μόνο αυτός; Κι είναι αληθινά η πολιτική, οι κανόνες και η διδαχή τους η μόνη ουσία που υπηρετεί τόσους αιώνες; Μόνο να περιδιαβεί κανείς στους μεγαλύτερους συγγραφείς και τα έργα τους, στους σημαντικότερους σταθμούς και ανθρώπους της σκηνής, αρκεί για να συναισθανθεί ότι κάτι άλλο τρέχει κάτω από τη σκηνή της θεατρικής ιστορίας, κάτι που διαφεύγει της απλής ιστορικότητας του θεσμού, πιο ουσιαστικό και ειλικρινές από την αισθητική, πιο σημαντικό από τη φόρμα ή τη δραματουργία. Είναι η βαθύτερη ανάγκη για έκφραση που αποκτά νόημα όταν παρουσιάζεται μπροστά σε μάρτυρες, όταν γίνεται σε αληθινό χρόνο και τόπο, όταν συμβολίζει πράγματα εκτενέστερα και πλατύτερα από την ανθρώπινη αντίληψη.

Γι’ αυτό στη δεκαετία του ‘60 από τα «περίχωρα» του Αουσβιτς στην Πολωνία μέχρι τα παιδιά της άνοιξης και του Βιετνάμ στην Αμερική, σημαντικοί θεατράνθρωποι άρχισαν να αναρωτιούνται τι είναι αυτό που κάνει το θέατρο αληθινά αναγκαίο. Κι ασφαλώς δεν εννοούσαν μόνο το θέατρο το ελληνικό, του δυτικού τύπου, αλλά το «θέατρο» ως κάθε ανθρώπινη εκδήλωση, όταν αποκτά οργάνωση και μορφή θεατρόμορφου δρώμενου, κι έτσι, ποικίλο και πολύμορφο, άγριο ή και αμετάφραστο, απλώνεται ευεργετικά στην κάθε ήπειρο.

Εκεί επικεντρώθηκε η εργασία πολλών που δεν δίστασαν να εντάξουν στις έρευνές τους την προσέγγιση και άλλων πολιτισμών και μορφών έκφρασης, καλλιτεχνών όπως ο Σρέντερ, ο Μπρουκ, ο Γκροτόφκσι, ο Μπάρμπα, που έφεραν το θέατρο κοντά στις ανθρωπολογικές ρίζες του. Και να πού πάνω κάτω κατέληξαν, ο καθένας από άλλη συλλογιστική και διαφορετική μέθοδο.

Οι ανάγκες της κοινότητας και του ατόμου εντός αυτής υπερβαίνουν τα όσα η ίδια η κοινότητα μπορεί να προσφέρει από μόνη της. Δεν είναι μόνο που ο κάθε ένας υπαρξιακά ζητάει να υπερβεί ή να «δει βαθιά» τον εαυτό του -αυτήν την ανάγκη τη θεραπεύει η κάθε τέχνη, όχι μόνο το θέατρο. Είναι που και η ίδια η κοινότητα θέτει ερωτήματα στα οποία δυσκολεύεται να βρει ικανοποιητικές απαντήσεις. Αφήνει λοιπόν επίτηδες στο σεντόνι της κανονικότητάς της ένα «κενό», μια «τρύπα», έναν «πλάγιο» χώρο και χρόνο, όπου τα δεδομένα ανατρέπονται για λίγο και χωρίς συνέπειες. Είναι αυτός ο χώρος και χρόνος της μεταμόρφωσης, της τελετουργίας, των αγιαρμών, της γιορτής, της λατρείας, στην οποία επιτρέπονται πράγματα που κανονικά είτε θα στηλιτεύονταν, είτε θα διώκονταν, είτε, τέλος, θα τιμωρούνταν.

Κάθε κοινότητα δημιουργεί και αποδέχεται για κάποιο διάστημα την παρουσία ενός «ανοιχτού χώρου» (που μπορεί να είναι ένα χαλί, μια σκηνή, μια περιφραγμένη έκταση) εντός του οποίου γίνεται να συμβούν τα εξής τρία (ιεραρχικά): κάποιος να υποδυθεί έναν πρόγονο ή ήρωα, χωρίς να χαρακτηριστεί καταρχήν τρελός. Κάποιος να υποδυθεί έναν βασιλιά ή άρχοντα, χωρίς να κατηγορηθεί αυτόματα για ανταρσία ή αντιποίηση αρχής. Κάποιος να υποδυθεί, τέλος, έναν θεό ή ιερό ζώο, χωρίς να θεωρηθεί γι’ αυτό ιερόσυλος.

Σε κάθε άλλη στιγμή και περίσταση όποιος επιχειρούσε να κάνει κάτι από τα παραπάνω τρία θα έβρισκε ασφαλώς τον μπελά του (κι όχι μόνο αυτός. Η ιεροσυλία αφορά την κοινότητα στο σύνολό της). Κι όμως να που με μαγικό τρόπο η κοινότητα επιτρέπει τώρα και εδώ να συμβούν. Και τώρα όχι μόνο δεν κατηγορεί τον υπαίτιο, μα αντιθέτως τον αναγνωρίζει ως τελετάρχη, μάγο, ιερέα και μύστη της.

Και γιατί το κάνει αυτό; Επειδή υπάρχουν καθώς φαίνεται ερωτήματα προς τη Σφίγγα που κάθε κοινωνία, ακόμα και η πιο σύγχρονη σαν τη δική μας, του 21ου αιώνα και στη «σωστή πλευρά του πλανήτη», αδυνατεί να απαντήσει εκ των ενόντων. Η μαγική ψυχοτροπία ιδωμένη στη συλλογική της διάσταση ζητάει τότε από την κοινότητα να απευθυνθεί σε κάτι που η ίδια νιώθει πως υπάρχει στα θεμέλιά της και που ακόμα ζει και συμμετέχει στην αγωνία της. Κι είναι το «θέατρο» στη πιο γενική του έννοια, άλλοτε ως τελετουργία, άλλοτε ως θρησκευτική τελετή, άλλοτε ως δρώμενο, που καλείται να φέρει τους ζωντανούς κοντά στους προγόνους τους, τους πολεμιστές δίπλα στους πεθαμένους ήρωές τους, τους υπηκόους στους μυθικούς βασιλιάδες τους και τους θνητούς απέναντι από τους προστάτες θεούς τους.

Αυτό δεν είναι κάτι «συμπληρωματικό» για τη ζωή της κοινότητας, δεν είναι απλά διακοσμητικό και δεν είναι βέβαια «πολιτικό». Είναι κάτι αναγκαίο. Ουσιαστικό. Και αναπόσπαστο στοιχείο κάθε πολιτισμού που αναγνωρίζει (και ο κάθε πολιτισμός αναγνωρίζει) πως υπάρχουν στιγμές τέτοιας κρίσης στη ζωή μιας κοινότητας, που πρέπει στη νοητή «αγορά της πόλης» να συμμετάσχουν όλα τα μέλη της, ορατά και αόρατα. Να το πω κι αλλιώς. Το θέατρο κουβαλά στα γονίδιά του την αγωνία μιας Αθήνας που για να επιβιώσει και να ευημερήσει γνωρίζει πως οφείλει να βάλει εντός του πλαισίου της τους πολίτες και τον Ορέστη, την πολιούχο θεά της και τις Ερινύες της.

Πέρα λοιπόν από το μιμητικό ένστικτο του ανθρώπου και τη χαρά του παιχνιδιού, πέρα από την ανάγκη να συνευρισκόμαστε και να συζητάμε, να διασκεδάζουμε και να αγωνιούμε ως ομάδα, υπάρχει στο θέατρο μια άλλη αναγκαιότητα πολιτειακή και υπαρξιακή που αφορά τον καθένα χωριστά μα και όλους μαζί.

Οπως τώρα… Οταν κάποια στιγμή το κακό περάσει και οι επιστήμονες αποτραβηχτούν μετά την προσφορά τους στο σύνολο, θα θυμηθούμε ξανά αυτή την ανάγκη μιας πόλης να ενωθεί με ό,τι της δίνει βαθιά την ταυτότητά της. Μέχρι τότε ας κάνουμε ένα θέατρο αληθινά αυθόρμητο και αναγκαίο: χειροκροτούμε από τα μπαλκόνια μας τους ήρωές μας.