Ο Στέφαν Τσβάιχ (Βιέννη 1887 – Πετρόπολη Βραζιλίας 1942), ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, πέρα από την πολυμορφία και το μέγεθος του έργου του, συνέλαβε προδρομικά και καλλιέργησε την ιδέα του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού και είχε έντονα την αίσθηση του ανήκειν σ’ αυτόν.
Δεν είναι διόλου τυχαίος ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του «Ο κόσμος του χθες. Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου», την οποία συνέγραψε, λίγο πριν αυτοκτονήσει, το 1942, όταν η Ευρώπη και ο πολιτισμός της ήταν ήδη σωροί ερειπίων.
Ο Τσβάιχ αφιέρωσε αρκετό μέρος του έργου του σε προσωπικότητες, που διαμόρφωσαν τον ευρωπαϊκό ουμανισμό, όπως ο Ερασμος και ο Μονταίνιος και σε δύσκολες και βίαιες εποχές αγωνίστηκαν για την ανεκτικότητα και την ελευθερία της έκφρασης.
Ενας τέτοιος φωτεινός άνθρωπος, αλλά και ο αντίπαλός του και η μεταξύ τους μεγάλη σύγκρουση, βρίσκονται στο επίκεντρο του βιβλίου του «Μια συνείδηση ενάντια στη βία. Κοστελιόν κατά Καλβίνου». Πρόκειται για τον γαλλικής καταγωγής θεολόγο Σεβαστιανό Καστελιόν και τον Ιωάννη Καλβίνο, τον θεμελιωτή, μαζί με τον Λούθηρο, της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης.
Ο συγγραφέας συναντά τους δύο «ήρωες» του στη Γενεύη του 16ου αιώνα, όταν πλέον η Μεταρρύθμιση είχε εδραιωθεί στις πόλεις και στα κρατίδια της Β. Ευρώπης κυρίως. Ο Καλβίνος μετά το 1536 είχε εγκατασταθεί στη Γενεύη και, ενώ στην αρχή προσελήφθη ως «λέκτορας της Αγίας Γραφής» και ιεροκήρυκας, σταδιακά άρχισε να εφαρμόζει τις απόψεις που είχε διατυπώσει στο βιβλίο του «Θεσμοί της χριστιανικής θρησκείας».
Εχοντας την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι ένα εξαχρειωμένο δημιούργημα του Θεού και φορέας του Κακού προσπαθεί να δημιουργήσει στη Γενεύη μια κοινότητα απαλλαγμένη από τη διαφθορά, την αταξία, την ύβρη και την αμαρτία. Για τον σκοπό αυτό, αφού πλέον εδραιώνει την εξουσία του και πέραν της θρησκευτικής δικαιοδοσίας, επιβάλλει ένα πλέγμα κανόνων συμπεριφοράς και απαγορεύσεων όλων σχεδόν των εκδηλώσεων της ανθρώπινης ζωής. Δημιουργεί δε μηχανισμούς, όπως το Κονσιστόριο, το οποίο αποτελείται από ιερείς – επιμελητές που επιτηρούν την τήρηση αυτών των κανόνων και την ζωή των κατοίκων της Γενεύης.
Οποιαδήποτε παρεκτροπή από τους κανόνες του Κράτους του Θεού τιμωρείται αμείλικτα με βασανισμούς, με εξορίες και με αφαίρεση, με διάφορους τρόπους, της ζωής. Απαγορεύεται φυσικά η διαφωνία με όσα γίνονται, καθώς και η έκφραση διαφορετικών θεολογικών απόψεων από αυτές του Καλβίνου.
Ο Σεβαστιανός Καστελιόν γεννήθηκε το 1515 και απέκτησε μια ευρύτατη παιδεία που εκτείνεται από τα λατινικά και τα ελληνικά μέχρι τα νομικά, τη θεολογία και τη μουσική. Οταν όμως ξεσπά το κίνημα της Μεταρρύθμισης, εντάσσεται σε αυτό, σοκαρισμένος από τις μεθόδους της Ιεράς Εξέτασης. Θεωρεί αρχικά τον Καλβίνο πρεσβευτή της θρησκευτικής ελευθερίας και τον ακολουθεί στη Γενεύη όπου διορίζεται καθηγητής στη σχολή της και ιεροκήρυκας σε μια ενορία. Ο Καστελιόν όμως ήταν ελεύθερο πνεύμα. Δυσανασχετεί για την ανελευθερία και τον αυταρχισμό που έχει επιβληθεί, στηλιτεύει την αναντιστοιχία των κηρυγμάτων με τη ζωή των ιεροκηρύκων και έρχεται σε ρήξη με τον Καλβίνο, όταν αυτός του απαγορεύει να μεταφράσει τη Βίβλο στα λατινικά και τα γαλλικά.
Εξωθείται στη φυγή στη Βασιλεία, όπου προσπαθεί να θρέψει την οικογένειά του ως διορθωτής και μεταφραστής κειμένων και αργότερα ως λέκτορας των ελληνικών στο πανεπιστήμιο. Το γεγονός που ανέτρεψε τον δύσκολο αλλά σχετικά ήρεμο βίο του στη Βασιλεία και τον επανέφερε στην τροχιά της σύγκρουσης με τον Καλβίνο ήταν η θανάτωση στην πυρά ενός θεωρούμενου αιρετικού.
Ο ισπανικής καταγωγής Μιχαήλ Σερβέ ήταν ένα ακόμα ανήσυχο πνεύμα που παρασύρθηκε στις θρησκευτικές διαμάχες εκείνης της εποχής. Καταδιωγμένος αρχικά από την Ιερά Εξέταση, εντάχθηκε στο κίνημα της Μεταρρύθμισης, αλλά γρήγορα βρέθηκε αποσυνάγωγος και εκεί όταν αμφισβήτησε το τρισυπόστατο του Θεού και αργότερα διαφώνησε με κάποιες απόψεις του Καλβίνου. Επειτα από χρόνια και πολλές περιπέτειες συνελήφθη στη Γενεύη και με ιδιαίτερη επιμονή του Καλβίνου οδηγήθηκε στην πυρά ως αιρετικός.
Ο θάνατος του Σερβέ ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στους διανοούμενους του χώρου της Μεταρρύθμισης. Μια ομάδα από αυτούς, στην οποία είχε ηγετικό ρόλο ο Καστελιόν, με το ψευδώνυμο Μαρτίνους Μπέλιους εξέδωσε το βιβλίο με τον τίτλο «Αν οι αιρετικοί πρέπει να διώκονται και πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται, μέσα από γνωμοδοτήσεις πολλών παλαιών και νέων συγγραφέων», όπου παρατίθενται αποφθέγματα ονομαστών Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και ρήσεις συγχρόνων προτεσταντών στοχαστών, ανάμεσά τους και του ίδιου του Καλβίνου, εναντίον της ποινής του θανάτου στους αιρετικούς. Ιδιαίτερα σημαντικός όμως είναι ο πρόλογος του βιβλίου τον οποίο έγραψε ο Καστιλιόν.
Πρόκειται για μια προδρομική διακήρυξη του δικαιώματος της ανεξιθρησκείας και της ελευθερίας της θρησκευτικής έκφρασης. Το κείμενο αυτό, μαζί με το βιβλίο του «Contra Iibellum Calvini» που ακολούθησε τις συνεχείς καταγγελίες του Καλβίνου εναντίον του, συνιστούν μια ηθική και φιλοσοφική τεκμηρίωση της διαφωνίας, του διαλόγου και της ανοχής και έναν σταθμό στη διαμόρφωση και την εξέλιξη του ευρωπαϊκού ουμανισμού.
Ο Τσβάιχ αποδίδει το συμβάν της σύγκρουσης Καστιλιόν – Καλβίνου με τη μορφή του ιστορικού δοκιμίου και ανατέμνει παράλληλα τη δομή και τη λειτουργία του δικτατορικού Κράτους του Θεού, αλλά και κάθε δικτατορίας. Το βιβλίο όμως διαβάζεται και σαν μυθιστόρημα, αφού διαθέτει ύφος, ρυθμό και ένταση στην αφήγηση και χαρακτήρες σμιλεμένους ολόπλευρα, εξωτερικά και εσωτερικά.
Ο χρόνος της γραφής του βιβλίου, το 1936, υποδηλώνει βέβαια και την αφορμή του και την πολιτική στόχευσή του. Ο ναζισμός είχε εδραιώσει την εξουσία του και ο εξόριστος ήδη Τσβάιχ, όταν γράφει για τον ολοκληρωτισμό του Κράτους του Θεού του Καλβίνου, γράφει και για τον υπαρκτό πλέον ναζιστικό ολοκληρωτισμό αλλά και για κάθε άλλον ολοκληρωτισμό και τη δέουσα στάση των διανοούμενων απέναντί τους.
Η μετάφραση του Δημήτρη Δημοκίδη αποδίδει εξαιρετικά το ύφος και τη δύναμη του κειμένου.
