ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Κάλφας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο τόμος συγκεντρώνει 55 βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις του συγγραφέα, που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, από τον Πολίτη ώς το Books’ Journal, και καλύπτουν μια περίοδο 35 χρόνων. Η θεματολογία τους εκτείνεται σε βασικές πλευρές της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, χωρίς να περιορίζεται μόνο σ’ αυτές, με βασικό άξονα την ιστορική οπτική, αφού ο Δημήτρης Κυρτάτας είναι καθηγητής της αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Παρά την κρίση του Τύπου, οι βιβλιοκρισίες που γράφονται σήμερα δεν έχουν μειωθεί. Οι εφημερίδες διατηρούν γενικώς τα ένθετα για το βιβλίο, τα έντυπα επιστημονικά και λογοτεχνικά περιοδικά είναι πλέον λιγότερα, αλλά έχουν πλαισιωθεί από δύο πολυσέλιδες μηνιαίες εκδόσεις αφιερωμένες στο βιβλίο, ενώ επιπλέον υπάρχει η ανοιχτή, φιλόξενη και χαώδης υποδοχή του διαδικτύου.

Η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι κατά κανόνα οι βιβλιοκρισίες διαβάζονται σήμερα στην οθόνη του υπολογιστή και όχι στο χαρτί. Ετσι, αυτό το είδος κειμένου που πάντοτε διαβαζόταν σχετικά γρήγορα απέκτησε ακόμη πιο φευγαλέα ύπαρξη – σπάνια θα επανέλθει κανείς σε μια βιβλιοκριτική που διάβασε, αν και ενδεχομένως θα κρατήσει έντονη την εντύπωση που αποκόμισε από αυτήν.

Ο Κυρτάτας εξηγεί στην εισαγωγή του πώς ένα κριτικό «σημείωμα», όπως το ονομάζει, προκύπτει στην ουσία ή αποτελεί προέκταση των σημειώσεων που ο αναγνώστης γράφει (με μολύβι πάντα) στα περιθώρια των βιβλίων που διαβάζει. Για τον μετασχηματισμό αυτόν χρειάζονται όμως και άλλες προϋποθέσεις. Οι αναγνώσεις πρέπει να είναι συστηματικές και η κάθε ανάγνωση μια διαδικασία ενεργητική.

Το ίδιο το βιβλίο πρέπει να ενεργοποιεί το ενδιαφέρον και την αγάπη του συστηματικού αναγνώστη. Και ειδικά για τα επιστημονικά βιβλία, όπου η κύρια παραγωγή δεν είναι πρωτότυπη αλλά μεταφρασμένη από άλλες γλώσσες, η συνομιλία του κριτικού δεν γίνεται τόσο με τον συγγραφέα του βιβλίου αλλά με τον πιθανό αναγνώστη του. Πράγμα που σημαίνει ότι η κριτική πρέπει κυρίως να ενημερώνει, να βοηθά και να συντροφεύει τον αναγνώστη. Οταν όλα αυτά ισχύουν, τότε ακόμη και μια συλλογή βιβλιοκρισιών μπορεί να γίνει συναρπαστικό ανάγνωσμα.

Θα πρέπει βεβαίως να συγχαρεί κανείς τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, που σε μια εποχή τόσο δύσκολη για το βιβλίο δεν διστάζουν να προχωρήσουν σε μια εμφανώς μη εμπορική επιλογή. Ενας τέτοιος τόμος δύσκολα θα αγοραστεί. Και όμως ένας τέτοιος τόμος, εφόσον βεβαίως θεωρήσουμε δεδομένη την επιστημονική και κριτική επάρκεια του συντάκτη του, αποτελεί το καλύτερο μέσο για να παρακολουθήσουμε την ανάπτυξη ενός κλάδου γνώσης στον ελληνικό χώρο.

Αν κοιτάξει λοιπόν κανείς ως σύνολο την κρινόμενη βιβλιοπαραγωγή σίγουρα θα εντυπωσιαστεί από την ποικιλία και την ποιότητα των προσφερόμενων τίτλων κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Ιδίως αν αναλογιστεί την εκδοτική (και πνευματική) ένδεια που επικρατούσε πριν από τη Μεταπολίτευση. Είναι ενδιαφέρον ότι, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό, στην Ελλάδα τα Πανεπιστήμια δεν έπαιξαν ενεργό ρόλο στην παραγωγή του επιστημονικού βιβλίου (η εξαίρεση των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης επιβεβαιώνει τον κανόνα).

Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι το καλό ακαδημαϊκό βιβλίο εκδίδεται κατά κανόνα με τα κριτήρια της αγοράς και βρίσκει τελικά το κοινό του, θα πρέπει να είμαστε μάλλον αισιόδοξοι για τον βαθμό της αρχαιογνωσίας του ελληνικού κοινού. Είναι όμως έτσι; Η αίσθησή μου είναι ότι στην Ελλάδα, για λόγους απροσδιόριστους, το βιβλίο και οι συντελεστές του (εκδότες, μεταφραστές, επιμελητές, σχεδιαστές) υπερβαίνουν κατά πολύ το μέσο μορφωτικό επίπεδο.

Μια ακόμη διαπίστωση από το πανόραμα που μας προσφέρει το βιβλίο του Κυρτάτα. Στην περιοχή της αρχαιογνωσίας τα πραγματικά σημαντικά βιβλία δεν κατατάσσονται εύκολα σε έναν συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο. Οι δημιουργοί τους θα μπορούσαν ενδεχομένως να χαρακτηριστούν ιστορικοί, φιλόλογοι ή θρησκειολόγοι, έχουν όμως αναπτύξει τις δεξιότητες που απαιτούνται για να αντλήσουν υλικό και εργαλεία από όμορες επιστημονικές περιοχές.

Στο καλό βιβλίο ο αναγνώστης θα μπορέσει να παρακολουθήσει τον συγγραφέα στη διανοητική του διαδρομή, συνειδητοποιώντας ταυτοχρόνως τις αγκυλώσεις και τη μονομέρεια της δικής του επιστημονικής εκπαίδευσης. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια, διακρίνεται στον διεθνή χώρο μια τάση να καταλυθούν ακόμη και τα σύνορα ανάμεσα στην επιστημονική μελέτη, στο δοκίμιο και στη μυθοπλασία.

Η αυστηρή έρευνα (αν δεν είναι παραπλανητικός ο όρος) περιορίζεται στο ειδικό άρθρο, που διαβάζεται από ελάχιστους ομοτέχνους, ενώ σε βιβλίο φτάνουν οι ευρύτερες συνθέσεις, που έχουν ακόμη και λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Ενα καλό παράδειγμα από τον συγκεκριμένο τόμο: η εμπνευσμένη Παρέγκλισις του Stephen Greenblatt (Παρέγκλισις: Ο Λουκρήτιος και οι απαρχές της νεωτερικότητας, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2017).