Η εγχώρια ιστορική συγκυρία μάς ωθεί σε «στιγμές» του 19ου αιώνα; Για παράδειγμα στους «λογιώτατους» που έχουν νεκρώσει το «λογικόν» (1825), στους «πολιτικούς κοινωνιολόγους» (1885), στους «λογίους του έθνους» (1891) και στην ανάγκη σύστασης «Υπουργείου της Προόδου» (1872). Η πρώτη μαρτυρία ανήκει στον Κοραή, η δεύτερη στον Δ.Ν. Καλοστύπη, η τρίτη στον Ι. Πολυλά και η τέταρτη στον Ε. Μανιτάκη.
Θα μπορούσε να προστεθούν και οι επισημάνσεις: «ν’ανθέξωσιν εις τον πόλεμον του χρόνου και της λήθης, ο τύπος ήτον αναγκαίος, και διά τούτο εφευρέθη» και «ότι είναι πλέον καιρός ν’ αποδείξωμεν ότι η ελληνική μυθολογία ήτον η πιστή εικών της ελληνικής κοινωνίας» (τα δύο τελευταία παραθέματα: Μ. Ρενιέρης, Φιλοσοφία της ιστορίας [1841], Αθήνα 1999, 43,132. τα τρία προηγούμενα από την εισαγωγή μου: «Ο Μ. Ρενιέρης ως πολιτικός διανοούμενος», ό.π., ΙΧ, Χ, ΧΙΙ. και το πρώτο: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, 2005:24).
Γιατί μια τέτοια «επιστροφή»; Στο προηγούμενο άρθρο μου («Η Εφημερίδα των Συντακτών», 29.8.2019) είχα δώσει μια πρώτη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Συνεχίζοντας ρωτώ ποιος έγραψε ότι ο «πιο μεγάλος ποιητής της Ελλάδος ώς τώρα δεν είναι ούτε ο Σολωμός ούτε ο Σούτσος: είναι ο ελληνικός λαός»; Πρόκειται πάλι για τον Μ. Ρενιέρη: «Τι είναι η Ελλάς;», Ερανιστής, Β΄ (1842) 189-213. Στη συλλογιστική αυτή ο «λαός», ως αντιθετικός πόλος της «ατομικότητος» ή του «génie», αποκτά σχεδόν μυθική υπόσταση που καλύπτει την ταξική ετερογένεια των επιμέρους κοινωνιών και δεν στοιχεί προς την ομόλογη ορολογία του μετώπου των «δημοκρατών» που αποτέλεσαν τον συνδετικό κρίκο Ιακωβίνων και «κοινωνιστών».
Επιπλέον ο «λαός» δεν εμφανίζεται ως ενιαίο υποκείμενο στη διεργασία επίλυσης εθνικού και κοινωνικού ζητήματος, όπως την οραματίζονται τα μέλη της «Δημοκρατικής Ανατολικής Ομοσπονδίας»: η «κυριαρχία των λαών» σημαίνει γι’ αυτούς ότι «έκαστος δύναται ελευθέρως να ρυθμίζη τα εσωτερικά του, συμφώνως προς τον χαρακτήρα και τας παραδόσεις του, και πάντες δ’ ομού αδιάσπαστοι και ισχυροί» θα απελευθερωθούν και θα αναπτύσσονται «εν ελευθερία» (βλ. Η σοσιαλιστική, τ. Α΄ [1990], 48-49,49-50).
Επίσης, μάταια, προσπαθώ μια πενταετία νωρίτερα, σε σχέση με την Ελληνεγερσία (1848), να ανιχνεύσω «ίχνη» του Saint-Simon σε δημοσιεύματα του Αλ. Σούτσου. Για παράδειγμα στο: Ο πρωθυπουργός και ο ατίθασσος ποιητής, δράματα πολιτικά, Εν Βρυξέλλαις 1843 (χρησιμοποιώ εδώ τη φωτομηχανική απόδοση του κειμένου που μου κοινοποίησε ο Δ. Ψαρράς, όπως την προσέλαβε η Google από τη «Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου». Ο συνάδελφος Κ. Πέτσιος μού απέστειλε την αντίστοιχη της «Harvard College Library»). Ως προς το «συμπλάσωμεν», ο ποιητής γράφει (1843: 9/10):
«Κι αν εις το Γένος ήρχετο ιδέα τις μεγάλη
τα νεκρωμένα μέλη του εις κίνησιν να βάλη,
κ’ εζήτει την προγονικήν αυτού κληρονομίαν
των Κομνημών προπάππων του την Αυτοκρατορίαν,
τις τολμητίας έμελλεν αντίστασιν να δείξει,
την πάνδημον εντός κ’ εκτός φωνήν αυτήν να πνίξη;».
Προσθέτω ότι ο Β. Κρεμμυδάς (Η Μεγάλη Ιδέα, 2010:19), παραθέτοντας αυτό το απόσπασμα, συμπεραίνει ότι ο Αλ. Σούτσος είναι ο «πρώτος Ελληνας κήρυκας του αλυτρωτισμού».
Στα μόλις μνημονευθέντα «πολιτικά δράματα» η κριτική της εγχώριας «Πονηροπολιτείας» ασκείται με γνώμονα τη «συνταγματική Μοναρχία» και με την ονομαστική μνεία του Ρήγα και του Κοραή καθώς και των Rousseau, Boyle και Voltaire, όπως το επιτυγχάνουν «τυραννομάχοι συγγραφείς και τολμητίαι» αντιμαχόμενοι «δουλοπρεπείς των Αθηνών λογίους», με τη μελαγχολική όμως διάθεση να είναι εμφανής:
«Ελευθερία και πατρίς και φώτα κ’ ευνομία,
τα τέρψαντά μου όνειρα εις την νεότητά μου,
εκλείπουν όλα σήμερον από τα όμματά μου»
(1843:189,129,140,158,187,11,124,114, 128,128,114,128,124,122,188).
Με άλλη αφορμή θα προσπαθήσω να δείξω πώς ο Αλέξανδρος (1843:160) διαβεβαιώνει ό,τι «ανήγγειλεν ο άγρυπνος Αλεκτρυών Γαλάτης» ως «βασιλείαν των λαών» και αντίστοιχα ο Κάρολος (1843/1844:391) ότι το «ηχηρό λάλημα του γαλατικού αλέκτορα» ως ημέρα της «γερμανικής ανάστασης». Αντίστοιχα, για το Παρίσι: 1848:11 και 12.11.1848:10 για να κρατάει άγρυπνη την Ευρώπη…
Και η «τηλεξουσία» παρ’ ημίν αμβλύνθηκε ή όχι; Η «τηλεξουσία» διατηρεί ακόμη τον ρόλο της ως ο κυριότερος μηχανισμός διάχυσης της «αγοραφοβικής» πολιτικής του σημερινού κράτους. Κραδαίνει την ιδιοτυπία του «μέσου» και συνάμα την αυθυπαρξία του από την άποψη του σημαινομένου. Η εμπορευματοποίηση των συμβολικών αγαθών, ως «ειδήσεων» και ως «ψυχαγωγικών» προϊόντων, συνάπτεται με την καταναλωτική υπόσταση του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής που ελέγχει τόσο τον εργάσιμο όσο και τον υπό διάθεση χρόνο.
Η θεωρούμενη ως «τέταρτη» εξουσία δεν είναι τίποτε άλλο από μια διπλή «σκίαση». Από τη μια η κρατική εξουσία δεν έχει οριοθετήσει επακριβώς ούτε έχει νομοθετήσει τα λειτουργικά όρια της «τηλεξουσίας» κι από την άλλη οι διαχειριστές της τελευταίας να μη χάνουν την ευκαιρία διεκδίκησης ενός διακριτού μεριδίου, κάποτε ως απρόβλεπτοι παίκτες, στη δεδομένη από πριν σκακιέρα των εξουσιαστικών σχέσεων.
* oμότιμος καθηγητή Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
