ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχουμε επανειλημμένα επισημάνει ότι η εγχώρια μουσική ζωή αδυνατεί να στηρίξει τη συνεχή λειτουργία έστω ενός σταθερής σύνθεσης κουαρτέτου εγχόρδων. Πού οφείλεται αυτό; Σίγουρα έχει να κάνει με το γενικό επίπεδο μουσικής καλλιέργειας του ελληνικού φιλόμουσου κοινού, με την ανέκαθεν ατροφική παρουσία στη μουσική μας δίαιτα της μουσικής δωματίου για μικρά σύνολα (εξαιρώ τα στενά προσωποκεντρικά ρεσιτάλ πιάνου), το πάγιο πρόβλημα λελογισμένης διάθεσης (αλλά όχι ύπαρξης) κατάλληλων χώρων, το βάθος, την έκταση και το ειδικό βάρος επένδυσης από μέρους των ίδιων των μουσικών που προϋποθέτει η λειτουργία και η διαμόρφωση ταυτότητας ενός μικρού συνόλου μουσικής δωματίου…

Σίγουρα σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν και τα απολύτως υπαρκτά προβλήματα επιβίωσης των μουσικών. Την τελευταία εικοσαετία έχουμε δει και έχουμε ακούσει αρκετά εγχώριας σύνθεσης κουαρτέτα εγχόρδων, κανένα όμως δεν διατήρησε επί μακρόν μόνιμη, τακτική παρουσία με την έννοια ότι κατόρθωσε να προσφέρει ετήσια προγράμματα συναυλιών.

Ενα τέτοιο κουαρτέτο ήταν και το πολυεθνικής σύνθεσης «Τετρακτύς» που ιδρύθηκε το 2008. Αφήνοντας εξ αρχής δυνατό αποτύπωμα στην εγχώρια μουσική ζωή, κατά την καλλιτεχνική περίοδο 2011/12 επιλέχθηκε για τον κύκλο συναυλιών Rising Stars / ECHO και αφού διέγραψε για αρκετά χρόνια μια διεθνή πορεία, προσκαλούμενο σε πολλά σημαντικά μουσικά κέντρα, αραίωσε τις εμφανίσεις του. Πρόσφατα στο πλαίσιο του «Summer Nostos Festival», που διοργανώνεται κάθε Ιούνιο από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος στο ΚΠΙΣΝ, οι «Τετρακτύς» επανεμφανίστηκαν επί ελληνικού εδάφους (25/6/2019). Ωστόσο η σύνθεσή τους ήταν κατά 50% αλλαγμένη: ως βιολιστές παραμένουν οι αδελφοί Γιώργος και Κώστας Παναγιωτίδης, ενώ τη θέση του Τούρκου Αλί Μπαζεγκμέζλερ πήρε η Γιαπωνέζα σολίστ της βιόλας Μεγκούμι Κασακάουα και του Δημήτρη Τραυλού ο τσελίστας Αλέξανδρος Μποτίνης.

Το πρόγραμμα της βραδιάς στην αίθουσα της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ, στο ΚΠΙΣΝ, ξεκίνησε με το «Κουαρτέτο αρ.1» του Μπετόβεν. Σίγουρα οι Βιεννέζοι κλασικοί με τις δεδομένες στιλιστικές τους προδιαγραφές δομής και έκφρασης δεν ήταν ποτέ το δυνατό χαρτί των «Τετρακτύς», ωστόσο αυτή τη φορά η εκτέλεση διέθετε τα περισσότερα από τα ζητούμενα: ακρίβεια, ευγένεια έκφρασης, προσεκτική άρθρωση της μορφολογίας, ζυγιασμένες στίξεις και αβίαστος ωστικός παλμός (συνεπώς και ορθολογικά οργανωμένο συντακτικό), ισορροπημένες δυναμικές, ωραίες σολιστικές παραγράφους από το κάπως στριγκό Α΄ βιολί και το ορθοτονικά αψεγάδιαστο τσέλο.

Ακολούθησε το «Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.3» (1983) του, γερμανικής καταγωγής, Σοβιετικού συνθέτη Αλφρεντ Σνίτκε, έργο αντιπροσωπευτικά μεταμοντέρνας γραφής στο οποίο οι σύνθετες μουσικές και πνευματικές καταβολές του συνθέτη εκφράζονται συγκεφαλαιωτικά συνδυάζοντας εντός εισαγωγικών στοιχεία κλασικής μορφής και τολμηρού πολυστιλισμού. Πρόκειται για μουσική έντονα σκηνοθετημένης θεατρικότητας η οποία επιστρατεύει αυθεντικά παραθέματα κλασικών έργων, αποδομημένες μνήμες/σπαράγματα τονικής αρμονίας και ρομαντικής έκφρασης, απρόσμενες, συνεχείς, βίαιες μεταπτώσεις, σκηνοθετημένα διακοπτόμενη ροή και αποσύνθεση/καταστροφή του μουσικού ειρμού. Η εκφραστικά αλλά και τεχνικά απαιτητική γραφή του αποτέλεσε άγρια πρόκληση στην οποία οι τέσσερις μουσικοί ανταποκρίθηκαν με αφιέρωση, οίστρο και (δεξιο)τεχνική δεινότητα κρατώντας το ακροατήριο σε συνεχή εγρήγορση.

Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε με το «Τριπλό κουαρτέτο» (1998) του Αμερικανού Στιβ Ράιχ, ένα από τα αριστουργήματα του μινιμαλισμού. Το έργο γράφτηκε κατά παραγγελία του κουαρτέτου «Κρόνος» το 1998 και πρωτοπαρουσιάστηκε το 1999. Σύμφωνα με την προδιαγραφή του συνθέτη, η παρουσίασή του μπορεί να γίνει είτε από τρία κουαρτέτα εγχόρδων, είτε από ένα κουαρτέτο το οποίο παίζει ζωντανά σε συγχρονισμό με ακρόαση προηχογράφησης της μουσικής των κουαρτέτων «2» και «3». Στο ΚΠΙΣΝ ακούστηκε η δεύτερη εκδοχή.

Πρόκειται για μουσική αυστηρά αφαιρετική -παρότι, σποραδικά, χρωματίζεται από μπαρτοκικά ακούσματα και μνήμες εβραϊκού κλέτσμερ- στην οποία κυριαρχεί ως αυτοσκοπός το ηδονικό, εγκεφαλικό παιχνίδισμα της αθροιστικής ρυθμικής συνθετότητας που προκύπτει από την ανάδραση ζωντανού και προηχογραφημένης μουσικής. Απολύτως στο στοιχείο τους, οι αναγεννημένοι «Τετρακτύς» πρόσφεραν μιαν ανεπιφύλακτα απολαυστική εκτέλεση που (παρ)έσυρε τον ακροατή σε μια λυτρωτικά χαλαρωτική εμπειρία εκστατικής ευφορίας. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, οι τέσσερις χάρισαν εκτός προγράμματος τη μαθηματικής καθαρότητας «Clupping music» του Ράιχ σε εκδοχή για… οχτώ χέρια!